Τρίτη 31 Μαΐου 2011


Herculaneum Papyri
The eruption of Mount Vesuvius in A.D. 79 buried two cities—Pompeii, well known today as an archeological site, and Herculaneum, once a seaside resort for wealthy Romans. In the mid-18th century, workers at Herculaneum discovered more than 1,000 papyrus scrolls that were singed and covered with debris when volcanic mud buried the city. Scholars later determined that Philodemus, a philosopher and poet who was a pivotal figure in the transmission of Greek philosophical ideas to Rome, wrote most of these works.
The Herculaneum Papyri comprise the only extensive library of texts to survive from the classical world. Because the scrolls are extremely fragile, they were left untouched for centuries. But in the 1990s, an international group of scholars began the delicate process of unrolling and interpreting Philodemus' texts, which include his ideas on poetics, rhetoric, and music. The papyri are stored at the National Museum in Naples, Italy.

Οι Πάπυροι του Ερκολάνο
Η έκρηξη του Βεζούβιου το σωτήριο έτος 79 έθαψε δύο πόλεις  - την Πομπηία, πολύ γνωστή σήμερα ως αρχαιολογικός χώρος και το Ερκολάνο, που ήταν κάποτε παραθαλάσσιος χώρος αναψυχής για τους πλούσιους Ρωμαίους.  Στα μέσα του 18ου αιώνα, εργάτες στο Ερκολάνο ανακάλυψαν περισσότερους από 1.000 παπύρους που ήταν καμένοι και καλυμμένοι με συντρίμμια όταν η ηφαιστειακή λάσπη έθαψε την πόλη.  Οι μελετητές αργότερα προσδιόρισαν ότι ο Φιλόδημος, ένας φιλόσοφος και ποιητής που ήταν κεντρική μορφή στη μετάδοση των ελληνικών φιλοσοφικών ιδεών στη Ρώμη, έγραψε τα περισσότερα από αυτά τα έργα. 
Οι Πάπυροι του Ερκολάνο περιλαμβάνουν τη μοναδική εκτεταμένη βιβλιοθήκη κειμένων που διασώθηκαν από τον κλασσικό κόσμο.  Επειδή οι πάπυροι είναι εξαιρετικά εύθραυστοι, παρέμεναν ανέγγιχτοι για αιώνες.  Αλλά στη δεκαετία του 90, μια διεθνής ομάδα μελετητών ξεκίνησε τη λεπτή διαδικασία του ξετυλίγματος και της μετάφρασης των κειμένων του Φιλόδημου, που περιλαμβάνουν ιδέες για ποιητική, ρητορική και μουσική.  Οι Πάπυροι βρίσκονται στο Εθνικό Μουσείο της Νάπολης, στην Ιταλία.  

Codex Sinaiticus
At the foot of Mount Sinai outside Cairo sits a small Greek Orthodox monastery called St. Catherine's, named for the Russian saint. In 1844, the German scholar Constantine Tischendorf visited the monastery, where he discovered more than 300 parchment leaves of the Old Testament and New Testament in Greek dating back to the 4th century. Collectively, these later became known as the Codex Sinaiticus, which constitutes one of the earliest versions of the Greek Bible.
When the Christian monks were unwilling to loan the ancient scrolls to Tischendorf for scholarly study, he appealed to the Russian czar, Alexander II, who wielded power over both the Russian and Greek Orthodox churches. Tischendorf promised Alexander he would turn over the valuable manuscripts to the Russian Orthodox Church after he translated them. The czar ordered the monks, who had guarded the codex for centuries, to give it to Tischendorf, who then went on to translate it. He published his translation in 1862. In 1933, Russia sold the Codex Sinaiticus to the British government, which now houses it in the British National Museum. 

Ο Σιναϊτικός Κώδικας
Στους πρόποδες του Όρου Σινάι έξω από το Κάιρο βρίσκεται ένα μικρό Ελληνικό Ορθόδοξο μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης, και το όνομα δόθηκε από τη Ρωσίδα αγία.  Το 1844, ο Γερμανός μελετητής Constantine Tischendorf επισκέφτηκε το μοναστήρι, όπου ανακάλυψε περισσότερα από 300 φύλλα περγαμηνής της Παλιάς Διαθήκης και της Καινής Διαθήκης στα Ελληνικά που χρονολογούνται πίσω στον 4ο αιώνα.  Συγκεντρωτικά, αυτά αργότερα έγιναν γνωστά ως ο Σιναϊτικός Κώδικας, που αποτελεί μία από τις νεότερες εκδοχές της Ελληνικής Βίβλου. 
Όταν οι Χριστιανοί μοναχοί δεν ήταν πρόθυμοι να δανείσουν τους αρχαίους κυλίνδρους παπύρου στον Tischendorf για επιστημονική μελέτη, έκανε έκκληση στο Ρώσο τσάρο, τον Αλέξανδρο ΙΙ, που άσκησε πίεση και στις δύο και στη Ρώσικη και στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία.  Ο Tischendorf υποσχέθηκε στον Αλέξανδρο ότι θα επέστρεφε τα πολύτιμα χειρόγραφα στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία αφού θα τα μετέφραζε.  Ο τσάρος διέταξε τους μοναχούς, που είχαν διαφυλάξει των κώδικα για αιώνες, να τον δώσουν στο Tischendorf, που τότε ξεκίνησε να τον μεταφράζει.  Εξέδωσε τη μετάφρασή του το 1862.  Το 1933, η Ρωσία πούλησε το Σιναϊτικό κώδικα στη Βρετανική κυβέρνηση, που τώρα τον στεγάζει στο Βρετανικό Εθνικό Μουσείο.  

Madrid Codex
Since its discovery in 1860, the Madrid Codex, named for the city where it was found after hundreds of years of obscurity and where it rests today, has illuminated many mysteries of ancient Mayan culture, religion, and scholarship. A Spanish priest or explorer likely brought the codex to Spain in the 16th century, though no one knows for sure how it arrived in Europe from Guatemala, where it probably originated.
The longest of the existing Maya hieroglyphic manuscripts, the codex contains over 250 almanacs, which describe events of daily life during the 260-day Mesoamerican ritual calendar. Scholars believe the codex may be a 14th- or 15th-century copy of Mayan scholarship from the peak of the civilization's power. The entire Mayan era lasted from roughly 2500 B.C. to A.D. 1500.
The codex's so-called screenfold books, 56 pages in total, are long, double-sided bark pages rich with detailed glyphs painted over a smooth surface of hardened lime paste. Mayan priests or nobility might have used these now fragile manuscripts as personal date-books or registers of the Mayan dynasties. The codex dates to before the Spanish conquest of Mexico and has survived numerous abuses, including more than a thousand years of exposure to tropical weather and, in the 16th century, book burnings by the Spanish clergy.
Only three other Mayan codices remain today. The Dresden and Paris Codices are on display in the cities for which they were named. The fourth codex, the Grolier Codex, is named after the Grolier Club in New York, a bibliographic society that owned the manuscript in the 1970s. 

Ο Κώδικας της Μαδρίτης
Από την ανεύρεσή του το 1860, ο Κώδικας της Μαδρίτης, που ονομάστηκε έτσι από της πόλη στην οποία βρέθηκε έπειτα από εκατοντάδες χρόνια που ήταν στην αφάνεια κι όπου βρίσκεται σήμερα, έχει φωτίσει πολλά μυστήρια της αρχαίας κουλτούρας των Μάγιας, θρησκευτικά και ευρυμάθειας.  Ένας Ισπανός ιερέας ή εξερευνητής πιθανόν έφερε τον κώδικα στην Ισπανία το 16ο αιώνα, αν και κανείς δεν ξέρει με σιγουριά πώς έφτασε από την Ευρώπη στη Γουατεμάλα, απ’ όπου πιθανότατα προήλθε. 
Το μακροσκελέστερο από τα υπάρχοντα ιερογλυφικά χειρόγραφα των Μάγιας, ο κώδικας περιλαμβάνει περισσότερα από 250 ημερολόγια, που περιγράφουν γεγονότα της καθημερινής ζωής κατά τη διάρκεια των 260 ημερών του Μεσοαμερικάνικου ημερολογίου τελετουργιών.  Οι μελετητές πιστεύουν ότι ο κώδικας μπορεί να είναι ένα αντίγραφο του 14ου ή του 15ου αιώνα της πνευματικής ζωής των Μάγιας από την κορύφωση της πολιτισμικής τους δύναμης.  Η υπόλοιπη περίοδος των Μάγια διήρκησε περίπου από το 2500 π.Χ. ως το σωτήριο έτος 1500.
Τα βιβλία του κώδικα, 56 σελίδες στο σύνολό τους, είναι μεγάλα, διπλής όψης, σελίδες από φλοιό πλούσιες με λεπτομερή  ανάγλυφα ζωγραφισμένα πάνω σε μια στρωτή επιφάνεια σκληρής πάστας από ασβέστη.  Οι ιερείς των Μάγιας ή οι ευγενείς μπορεί να έχουν χρησιμοποιήσει αυτά τα εύθραυστα τώρα χειρόγραφα ως προσωπικά ημερολόγια ή μητρώα των δυναστειών των Μάγιας.  Ο κώδικας χρονολογείται στην περίοδο πριν την Ισπανική κατάκτηση στο Μεξικό και έχει διασωθεί από πολυάριθμες κακομεταχειρίσεις, συμπεριλαμβανομένης της έκθεσης στο τροπικό κλίμα για πάνω από χίλια χρόνια και στο 16ο αιώνα καύσεις βιβλίων από τον Ισπανικό κλήρο. 
Μόνο άλλοι τρεις κώδικες των Μάγιας υπάρχουν σήμερα.  Οι κώδικες της Δρέσδης και του Παρισιού εκτίθενται στις πόλεις από τις οποίες ονομάστηκαν.  Ο τέταρτος κώδικας, ο κώδικας Grolier, ονομάστηκε από το Club Grolier στη Νέα Υόρκη, ένα βιβλιογραφικό σύλλογο που είχε το χειρόγραφο τη δεκαετία του 70.  

Dead Sea Scrolls
In 1947, a Bedouin shepherd exploring caves near Qumran, a ruin on the northwest shore of the Dead Sea in Israel, discovered a collection of jars containing seven parchment scrolls. The shepherd took the scrolls to a Bethlehem antiques dealer, hoping to make a profit. The dealer bought the scrolls and sold them to the Syrian Orthodox Archbishop of Jerusalem, who collected religious manuscripts on behalf of his church. Within a year of the original find, scholars around the world had heard about the scrolls and flocked to Jerusalem to examine them. When they realized the importance of the collection, they launched an extensive search for more scrolls in the caves surrounding the original find.
Archeologists worked on the Qumran site, which includes 11 caves, until 1956, when the last finds were uncovered there. The parchment scrolls they found, 870 in total, vary in degree of preservation. Some are nearly complete, while only fragments remain of others. Interpreting the scrolls was a painstakingly slow process. Over 40 years passed before scholars made the scrolls' contents available to the public through publications and exhibitions around the world.
The Dead Sea Scrolls hold great religious and historical value, offering glimpses into theological and cultural aspects of life during the time of Jesus. Before the find at Qumran, the oldest known Hebrew Bible dated to around A.D. 1000. Written in Hebrew and Aramaic, the colloquial language of Palestinian Jews during the last two centuries B.C. and the first two centuries A.D., the scrolls are thought to have originated as part of a library that belonged to a Jewish sect known as the Dead Sea Sect. Members of this group hid themselves away in the Qumran caves during the First Jewish Revolt against the Romans in A.D. 66. The scrolls are now on display at the Israel Museum in Jerusalem.

Οι Πάπυροι της Νεκρής Θάλασσας
Το 1947, ένας Βεδουίνος βοσκός που εξερευνούσε τις σπηλιές κοντά στο Qumran, ένα ερείπιο στη βορειοδυτική ακτή στη Νεκρή Θάλασσα στο Ισραήλ, ανακάλυψε μια συλλογή από δοχεία που περιείχαν επτά περγαμηνές από πάπυρο.  Ο βοσκός πήρε τους παπύρους σε ένα έμπορο με αντίκες στη Βηθλεέμ, ελπίζοντας να βγάλει κέρδος.  Ο έμπορος αγόρασε τους παπύρους και τους πούλησε στο Σύριο Ορθόδοξο Αρχιεπίσκοπο της Ιερουσαλήμ, που συνέλλεγε θρησκευτικά χειρόγραφα εκ μέρους της εκκλησίας του.  Μέσα σε ένα χρόνο από την αρχική εύρεση, μελετητές απ’ όλο τον κόσμο είχαν ακούσει για τους παπύρους και συνέρρευσαν στην Ιερουσαλήμ για να τους εξετάσουν.  Όταν αντιλήφθηκαν τη σημασία της συλλογής, ξεκίνησαν μια εκτενή αναζήτηση για περισσότερους παπύρους στις σπηλιές που περιέβαλαν το αρχικό εύρημα. 
Οι αρχαιολόγοι δούλεψαν στην τοποθεσία Qumran, που περιλαμβάνει 11 σπηλιές, μέχρι το 1956, όταν τα τελευταία ευρήματα αποκαλύφθηκαν εκεί.  Οι περγαμηνές με τους παπύρους που βρήκαν 870 στο σύνολό τους, ποικίλουν σχετικά με το βαθμό διατήρησής τους.  Μερικοί είναι σχεδόν ολόκληροι, ενώ διασώζονται μόνο κομμάτια από άλλους.  Η ερμηνεία των παπύρων ήταν μια κοπιαστικά αργή διαδικασία.  Πάνω από 40 χρόνια πέρασαν προτού οι μελετητές να θέσουν το περιεχόμενο των παπύρων στη διάθεση του κοινού μέσω δημοσιεύσεων και εκθέσεων σε όλο τον κόσμο. 
Οι Πάπυροι της Νεκρής Θάλασσας έχουν μεγάλη θρησκευτική και ιστορική αξία, προσφέροντας μια ματιά σε θεολογικές και πολιτισμικές πλευρές της ζωής κατά την εποχή του Χριστού.  Πριν το εύρημα στο Qumran, η αρχαιότερη γνωστή Εβραϊκή Βίβλος χρονολογούνταν περίπου στο σωτήριο έτος 1000.  Γραμμένη στα Εβραϊκά και στα Αραμαϊκά,   η ομιλούμενη γλώσσα από τους Εβραίους της Παλαιστίνης κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων προ Χριστού και των δύο πρώτων αιώνων μετά Χριστό, οι πάπυροι πίστευαν ότι προέρχονταν από μια Εβραϊκή σέκτα γνωστή ως η σέκτα της Νεκρής Θάλασσας.  Μέλη αυτής της ομάδας κρυβόντουσαν στις σπηλιές του Qumran κατά της διάρκεια της Πρώτης Εβραϊκής Επανάστασης ενάντια στους Ρωμαίους το σωτήριο έτος 66.  οι πάπυροι τώρα εκτίθενται στο Ισραηλινό Μουσείο της Ιερουσαλήμ.   

Dunhuang Cave documents
At the turn of the 20th century, archeologists excavating in caves near a Buddhist temple in Dunhuang discovered a collection of manuscripts. Dunhuang, located in Gansu Province in the far northwest of China, was an important city on the Silk Road, the main trade route between the Roman Empire and China, and no fewer than 15 languages are represented in the collection.
The trove of manuscripts brought out from the Dunhuang caves includes poems, religious texts such as the Buddha's sermons, treatises on psychology and feng shui philosophy, military reports, even prescriptions for arthritis and other ailments. The majority of the Dunhuang materials date from between 100 B.C. and A.D. 1200.
Today, more than a century after the discovery, the texts are popular primary sources for scholarly study all over the world, so much so that "Dunhuang Studies" has emerged as its own research discipline. Experts have dated some of the Dunhuang Cave documents to only 500 years after the Buddha's death, making them among the oldest texts of their kind. The Dunhuang manuscripts are housed in four major institutions: the National Library of China, the British Library, the National Library in France, and the Institute of Oriental Studies in St. Petersburg, Russia. 

Τα έγγραφα στη Σπηλιά Dunhuang
Στη στροφή του 20ου αιώνα, οι αρχαιολόγοι που έκαναν ανασκαφές στις σπηλιές κοντά σε ένα βουδιστικό ναό στο Dunhuang ανακάλυψαν μια συλλογή από χειρόγραφα.  Το Dunhuang, εντοπίζεται στην Επαρχεία Gansu στη μακρινή βορειοδυτική Κίνα, ήταν μια σημαντική πόλη στο δρόμο του μεταξιού, το βασικό εμπορικό δρόμο ανάμεσα στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και την Κίνα, δεν παρουσιάζονται στη συλλογή λιγότερες από 15 γλώσσες. 
Η αποκατάσταση των χειρογράφων που ανασύρθηκαν από τις σπηλιές στο Dunhuang περιλαμβάνει ποιήματα, θρησκευτικά κείμενα όπως τα κηρύγματα του Βούδα, πραγματείες για την ψυχολογία και τη φιλοσοφία του feng shui, στρατιωτικές αναφορές, ακόμα και συνταγές για την αρθρίτιδα και άλλες ασθένειες.  Η πλειοψηφία του υλικού του Dunhuang χρονολογείται ανάμεσα στο 100 π.Χ. και στο 1200 μ.Χ.
Σήμερα, πάνω από έναν αιώνα από την ανεύρεση, τα κείμενα είναι δημοφιλείς πρωταρχικές πηγές για επιστημονική μελέτη σε όλο τον κόσμο, τόσο πολύ που έχουν προκύψει Σπουδές Dunhuang ως αποκλειστικός ερευνητικός τομέας.  Ειδικοί έχουν χρονολογήσει μερικά από τα έγγραφα της σπηλιάς Dunhuang  σε μόνο 500 χρόνια μετά το θάνατο του Βούδα, γεγονός που τα καθιστά ανάμεσα στα αρχαιότερα του είδους τους.  Τα χειρόγραφα του Dunhuang στεγάζονται σε τέσσερα ιδρύματα:  την Εθνική Βιβλιοθήκη της Κίνας, τη Βρετανική Βιβλιοθήκη, την Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας, και το Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών στην Αγία Πετρούπολη, στη Ρωσία.      

Novgorod Birch Bark Manuscripts and Wax Tablets
In its medieval heyday, Novgorod, a city situated between St. Petersburg and Moscow, was a center of literacy and literary culture. Most of the city's residents could read and write, and many authors lived and worked there. Since 1932, when excavations began, archeologists have unearthed approximately 1,000 manuscripts in the Novgorod area, and they continue to unearth texts in the area today.
Many of the Novgorod manuscripts are colloquial letters and stories carved into either birch bark scrolls or wax tablets known as tseras. Most of them date from the 11th to the 15th centuries. The soft, smooth textures of birch tree bark and poured wax were easily scratched with a sharp metal, wood, or bone tool functioning as a pen. These readily available writing materials were much less costly than parchment or ink and allowed people of every social class—peasants, artisans, merchants, and so on—to participate in writing.
Topics range from school notes a young boy jotted down in a class to original speeches and letters written by a prominent Novgorod statesman. Because the authors of many of the manuscripts were common citizens rather than the literary elite, their writings provide a rare window into everyday life at the time, and scholars value the collection for this reason in particular. The Novgorod manuscripts are kept as part of an extensive collection of local archeological materials in the city's State United Museum.

Τα χειρόγραφα από σημύδα φλοιών στο Novgorod και τα κέρινα δισκία
Στη μεσαιωνική του ακμή, το Novgorod, μια πόλη που βρίσκεται ανάμεσα στην Αγία Πετρούπολη και τη Μόσχα, ήταν ένα κέντρο γραμματισμού και λογοτεχνικής κουλτούρας.  Οι περισσότεροι από τους κατοίκους της πόλης μπορούσαν να διαβάζουν και να γράφουν, και πολλοί συγγραφείς έζησαν και εργάστηκαν εκεί.  Από το 1932, όταν άρχισαν οι ανασκαφές, οι αρχαιολόγοι ξέθαψαν περίπου 1,000 χειρόγραφα στην περιοχή του Novgorod, και συνεχίζουν να ξεθάβουν κείμενα στην περιοχή σήμερα.
Πολλά από τα χειρόγραφα στο Novgorod είναι γράμματα της καθομιλουμένης και ιστορίες χαραγμένα είτε σε κυλίνδρους σημύδας φλοιών ή σε κέρινα δισκία γνωστά ως tseras.  Τα περισσότερα από αυτά χρονολογούνται από τον 11ο ως το 15ο αιώνα.  Η απαλή, λεία υφή από τη σημύδα του φλοιού των δέντρων και το χυμένο κερί τα έξυσαν εύκολα με ένα κοφτερό μέταλλο, ξύλο, ή κοκάλινο εργαλείο που λειτουργούσε ως στυλό.  Αυτά τα εύκολα διαθέσιμα υλικά γραφής ήταν πολύ λιγότερο δαπανηρά απ’ ότι η περγαμηνή ή το μελάνι και επέτρεψε στους ανθρώπους κάθε τάξης – χωρικούς, τεχνίτες, εμπόρους και ούτω καθεξής – να μετέχουν στη γραφή. 
Τα θέματα κυμαίνονται από σημειώσεις σχολικές που κράτησε ένα νεαρό αγόρι σε μια τάξη ως και ομιλίες και γράμματα γραμμένα από έναν εξέχοντα δημόσιο λειτουργό του Novgorod.  Επειδή οι συγγραφείς πολλών από τα χειρόγραφα ήταν κοινοί πολίτες περισσότερο παρά λογοτεχνική ελίτ, τα γραπτά τους παρέχουν ένα σπάνιο «παράθυρο» στην καθημερινή ζωή της εποχής και οι μελετητές εκτιμούν τη συλλογή ειδικά για το λόγο αυτό.  Τα χειρόγραφα του Novgorod τα κρατάνε ως μέρος μιας εκτεταμένης συλλογής τοπικού αρχαιολογικού υλικού στο Κρατικό Ενωμένο Μουσείο της πόλης.   

Ellesmere Manuscript
Geoffrey Chaucer's Canterbury Tales, written in the Middle Ages, is one of the first English literary works. An entertaining story involving Chaucer and 22 companions, who accompany him on a fictional pilgrimage to Archbishop Thomas Becket's tomb in Canterbury Cathedral, Canterbury Tales has helped rank Chaucer in the minds of many scholars as second only to Shakespeare among English authors.
The Ellesmere Manuscript is one of the earliest surviving manuscripts of the Canterbury Tales. Bound in leather, it is the basis for most editions of this famous work, as it is in excellent condition and is elaborately decorated. (Each tale bears a detailed portrait of the teller at the beginning.) Literary historians believe it was copied less than ten years after Chaucer's death in 1400, making it a particularly valuable record of his work.
The family of the Earl of Ellesmere, a British politician and philanthropist who died in 1857, sold the manuscript in 1917 to a prominent American financier, Henry Huntington, for his personal library. The Ellesmere Manuscript is now held at the Huntington Library in San Marino, California. 

Το Χειρόγραφο του Ellesmere
Οι Ιστορίες του Καντερμπούρυ, του Geoffrey Chaucer, γραμμένες το Μεσαίωνα, είναι ένα από τα πρώτα αγγλικά λογοτεχνικά έργα.  Μια διασκεδαστική ιστορία που περιλαμβάνει το  Chaucer και 22 συντρόφους. που τον συνοδεύουν σε ένα φανταστικό προσκύνημα στον τάφο του Αρχιεπισκόπου Thomas Becket στον Καθεδρικό Ναό του Καντερμπούρυ, οι Ιστορίες του Καντερμπούρυ έχουν κατατάξει το Chaucer στη συνείδηση πολλών μελετητών δεύτερο μετά το Σαίξπηρ ανάμεσα στους Άγγλους συγγραφείς. 
Το χειρόγραφο του Ellesmere είναι ένα από τα νεότερα χειρόγραφα που έχουν διατηρηθεί από τις Ιστορίες του Καντερμπούρυ.  Δεμένο με δέρμα, είναι η βάση για τις περισσότερες εκδόσεις αυτού του γνωστού έργου, καθώς είναι σε άριστη κατάσταση και είναι περίτεχνα διακοσμημένο.  (Κάθε ιστορία φέρει ένα λεπτομερές πορτρέτο του αφηγητή στην αρχή).  Οι ιστορικοί της λογοτεχνίας πιστεύουν ότι αντιγράφηκε λιγότερο από δέκα χρόνια ύστερα από το θάνατο του Chaucer το 1400, γεγονός που το έκανε εξαιρετικά πολύτιμη καταγραφή του έργου του. 
Η οικογένεια του Κόμη του Ellesmere, ενός Βρετανού πολιτικού και φιλάνθρωπου που πέθανε το 1857, πούλησε το χειρόγραφο το 1917 σε έναν εξέχοντα Αμερικανό οικονομολόγο, το Henry Huntington, για την προσωπική του βιβλιοθήκη.  Το Χειρόγραφο του Ellesmere βρίσκεται τώρα στη βιβλιοθήκη του Huntington, στο Σαν Μαρίνο, στην Καλιφόρνια. 

Codex Leicester
Leonardo da Vinci, the Renaissance artist, scientist, and thinker, wrote the Codex Leicester in Milan between 1506 and 1510 on 18 loose, double-sided sheets of linen paper. The manuscript is named after Englishman Thomas Coke, the Earl of Leicester, whose family owned it from 1717 to 1980. The codex records Leonardo's thoughts in sepia ink on a variety of topics, from astronomy to hydrology, and it includes dozens of his sketches, drawings, and diagrams. Only 31 of Leonardo's original manuscripts survive today—about a third, scholars believe, of those he likely wrote in his lifetime.
The notebooks are distinctive because they feature rare examples of Leonardo's use of "mirror writing," which he wrote from right to left and backwards. Experts are not sure why Leonardo used mirror writing, which only appears normal in a mirror's reflection. He may have used the technique to prevent others from reading or stealing his ideas or to prevent ink from smudging (he was left-handed). Many experts believe that writing backwards might simply have been more comfortable for him.
In 1994, William H. Gates III, cofounder of the Microsoft Corporation, bought this manuscript for $30.8 million at auction. Leonardo's codex has been on display at numerous museums since Gates purchased it, but it will soon be installed in a climate-controlled vault in Gates' Medina, Washington home. 

Ο Κώδικας Leicester
Ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι, ο αναγεννησιακός καλλιτέχνης, επιστήμονας και στοχαστής, έγραψε τον Κώδικα Leicester στο Μιλάνο ανάμεσα στο 1506 και 1510 σε 18 χαλαρά, διπλής όψης φύλλα λινού χαρτιού.  Το χειρόγραφο πήρε το όνομά του από τον Άγγλο Thomas Coke, τον Κόμη του Leicester, του οποίου η οικογένεια το είχε στην κατοχή της από το 1717 ως το 1980.  Ο κώδικας καταγράφει τις σκέψεις του Λεονάρντο σε μελάνι σέπια σε μια ποικιλία θεμάτων, από αστρονομία μέχρι υδρολογία και περιλαμβάνει δεκάδες από σκίτσα του, ζωγραφιές και διαγράμματα.  Μόνο 31 από τα αρχικά χειρόγραφα του Λεονάρντο διασώζονται σήμερα – περίπου το ένα τρίτο, οι μελετητές πιστεύουν, από αυτά που πιθανόν έγραψε σε όλη του τη ζωή. 
Τα σημειωματάρια είναι ξεχωριστά γιατί χαρακτηρίζουν σπάνια παραδείγματα της χρήσης από το Λεονάρντο της «καθρεπτικής γραφής», που έγραφε από δεξιά προς αριστερά και ανάποδα.  Οι ειδικοί δεν είναι σίγουροι γιατί ο Λεονάρντο χρησιμοποίησε την καθρεπτική γραφή, που εμφανίζεται κανονική μόνο στην αντανάκλαση του καθρέπτη.  Μπορεί να είχε χρησιμοποιήσει την τεχνική για να αποτρέψει τους άλλους από το να διαβάσουν ή να κλέψουν τις ιδέες του ή να αποτρέψει το μελάνι να κάνει μουτζούρες (ήταν αριστερόχειρας).  Πολλοί ειδικοί πιστεύουν ότι το ανάποδο γράψιμο μπορεί απλά να ήταν πιο βολικό γι’ αυτόν. 
Το 1994, ο William H.Gates III, συνιδρυτής της Εταιρείας Microsoft, αγόρασε το χειρόγραφο για 30,8 εκατομμύρια σε δημοπρασία.  Ο κώδικας του Λεονάρντο έχει εκτεθεί σε διάφορα μουσεία από τότε που το αγόρασε ο Gates, αλλά σύντομα θα τοποθετηθεί σε ένα κλιματικά – ελεγχόμενο θόλο στη Medina, του Gates, στην Ουάσινγκτον.

Gutenberg Bible
Though this text is not a handwritten manuscript, it holds great value because it is the first book widely printed in the West. In the mid-1450s, Johannes Gutenberg, a German goldsmith, invented a movable-type system that allowed for mechanized production of printed books. The first complete book Gutenberg printed was the Bible, which he ran off his Mainz, Germany press around 1456.
Historians believe Gutenberg printed about 200 copies of the two-volume Bible in the original printing, but today only 48 copies of the text still exist. Just three of these are considered to be in perfect condition, while the rest are only partial copies. After each book came off the printing press, local artisans added large capital letters and decorative flourishes by hand to each book. The result is that no two copies of the Bible are exactly the same.
The Gutenberg Bible marked the beginning of the mass-production of affordable books. Ironically, perfect surviving copies of the Gutenberg Bible are now so costly and rare that they are kept in some of the world's most vaunted institutions. The Library of Congress has one of the complete copies, printed on vellum (a fine-grained animal hide), but visitors may only view it through a thick sheet of protective glass. The other two perfect copies are held in the British National Library.

Η Βίβλος του Gutenberg
Αν και αυτό το κείμενο δεν είναι γραμμένο με το χέρι, είναι μεγάλης αξίας γιατί είναι το πρώτο βιβλίο που τυπώθηκε στη Δύση ευρέως.  Στα μέσα του 1450, ο Johannes Gutenberg, ένας Γερμανός χρυσοχόος, επινόησε ένα κινητού τύπου σύστημα που επέτρεψε την εμπορική παραγωγή τυπωμένων βιβλίων.  Το πρώτο ολοκληρωμένο βιβλίο του Gutenberg που τυπώθηκε ήταν η Βίβλος, που βγήκε από το τυπογραφείο του στο Mainz της Γερμανίας περί το 1456. 
Οι ιστορικοί πιστεύουν ότι ο Gutenberg τύπωσε περίπου 200 αντίγραφα από τη δίτομη Βίβλο στο αρχική εκτύπωση.  Μόνο τρία από αυτά είναι σε τέλεια κατάσταση, ενώ τα υπόλοιπα είναι μόνο κομματιασμένα αντίτυπα.  Έπειτα από την έξοδο κάθε βιβλίου από το πιεστήριο, τοπικοί τεχνίτες προσέθεσαν μεγάλα κεφαλαία γράμματα και διακοσμητικά ποικίλματα με το χέρι σε κάθε βιβλίο.  Το αποτέλεσμα ήταν ότι κανένα από τα δύο αντίτυπα της Βίβλου δεν είναι ακριβώς τα ίδια. 
Η Βίβλος του Gutenberg σημάδεψε την έναρξη της μαζικής παραγωγής προσιτών οικονομικά βιβλίων.  Είναι ειρωνεία το γεγονός ότι τέλεια συντηρημένα αντίτυπα της Βίβλου του Gutenberg είναι τώρα τόσο ακριβά και σπάνια που βρίσκονται σε κάποια από τα πιο περίφημα ιδρύματα του κόσμου.  Η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου έχει ένα από τα ολοκληρωμένα αντίτυπα, τυπωμένα σε περγαμηνή (ένα λεπτόκοκκο δέρμα ζώου), αλλά οι επισκέπτες μπορούν να το δουν μόνο μέσα από ένα συμπαγές φύλλο προστατευτικού γυαλιού.  Τα άλλα δύο τέλεια αντίτυπα βρίσκονται στη Βρετανική Εθνική Βιβλιοθήκη.  

Κυριακή 22 Μαΐου 2011


Art, Truth & Politics

Τέχνη, Αλήθεια & Πολιτική
Το 1958 έγραψα τα ακόλουθα:
«Δεν υπάρχουν αυστηρές διακρίσεις ανάμεσα στο τι είναι πραγματικό και τι είναι μη πραγματικό, ούτε ανάμεσα στο τι είναι αληθινό και τι είναι ψεύτικο.  Ένα πράγμα δεν είναι απαραίτητα είτε αληθινό είτε ψεύτικο, μπορεί να είναι και τα δύο και αληθινό και ψεύτικο».
Πιστεύω ότι αυτοί οι ισχυρισμοί  ακόμα βγάζουν νόημα και έχουν ακόμα εφαρμογή για την εξερεύνηση της πραγματικότητας μέσω της τέχνης.  Έτσι ως συγγραφέας στηρίζω αυτούς τους ισχυρισμούς αλλά ως πολίτης δεν μπορώ.  Ως πολίτης πρέπει να ρωτήσω:  Τι είναι αλήθεια;  Τι είναι ψέμα;
Η αλήθεια στο θεατρικό έργο είναι για πάντα άπιαστη.  Δεν τη βρίσκεις σχεδόν ποτέ αλλά η αναζήτησή της είναι επιτακτική.  Η αναζήτηση είναι ολοφάνερα αυτή που οδηγεί την προσπάθεια.  Η αναζήτηση είναι το καθήκον σας.  Περισσότερο συχνά απ’ ότι όχι, σκοντάφτετε πάνω στην αλήθεια μέσα στο σκοτάδι, συγκρούεστε μ αυτην ή απλά ρίχνετε μια ματιά σε μια εικόνα ή σε ένα σχήμα που φαίνεται να ανταποκρίνεται στην αλήθεια, συχνά χωρίς να αντιλαμβάνεστε ότι έχετε πράξει κατ αυτό τον τρόπο.  Αλλά η πραγματική αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει ποτέ τέτοιο πράγμα όπως η μία αλήθεια που βρίσκεται στη δραματική τέχνη.  Υπάρχουν πολλές.  Αυτές οι αλήθειες προκαλούν η μία την άλλη, αποφεύγουν η μία την άλλη, αντικατοπτρίζουν η μία την άλλη, αγνοούν η μία την άλλη, πειράζουν η μία την άλλη και εθελοτυφλούν η μία ως προς την άλλη.  Κάποιες φορές αισθάνεσαι ότι έχεις την αλήθεια μιας στιγμής στο χέρι σου, μετά ξεγλιστράει από τα χέρια σου και εξαφανίζεται.
Έχω συχνά ερωτηθεί πώς τα έργα μου πραγματοποιούνται.  Δεν μπορώ να πω.  Ούτε μπορώ ποτέ να συνοψίσω τα έργα μου, εκτός από το να πω ότι να, αυτό συνέβη.  Αυτό είπαν.  Αυτό έκαναν. 
Τα περισσότερα από τα έργα γεννώνται από μία γραμμή, μια λέξη, ή μια εικόνα.  Η δοθείσα λέξη ακολουθείται από την εικόνα.  Θα σας δώσω δύο παραδείγματα από δύο γραμμές που μου' ρθαν ξαφνικά στο μυαλό τα οποία ακολουθούσε μια εικόνα, τα οποία ακολουθούσα εγώ.             
Τα έργα είναι το The Homecoming και το Old Times.  Η πρώτη γραμμή από το The Homecoming είναι «Τι έκανες το ψαλίδι;»  η πρώτη γραμμή από το Old Times είναι «Σκούρα».  Σε κάθε περίπτωση δεν είχα άλλες πληροφορίες. 
Στην πρώτη περίπτωση κάποιος έψαχνε εμφανώς για ένα ψαλίδι και απαιτούσε να μάθει που βρίσκεται από κάποιον άλλο που υποψιαζόταν ότι πιθανόν να το είχε κλέψει.  Αλλά εγώ με κάποιο τρόπο γνώριζα ότι ο άνθρωπος στον οποίο απευθυνόταν δεν έδινε δεκάρα για το ψαλίδι ή για αυτόν που ρωτούσε, γι αυτό το θέμα. 
«Σκούρα» το πήρα για περιγραφή των μαλλιών κάποιου, τα μαλλιά μιας γυναίκας, και ήταν η απάντηση σε μια ερώτηση.  Σε κάθε περίπτωση βρέθηκα υποχρεωμένος να κυνηγήσω το θέμα.  Αυτό έγινε οπτικά, ένα πολύ αργό ξεθώριασμα, μέσα από τη σκιά στο φως. 
Πάντα ξεκινώ ένα έργο ονομάζοντας τους χαρακτήρες Α, Β και Γ.
Στο έργο που έγινε το The Homecoming είδα έναν άντρα να μπαίνει σε ένα θλιβερό δωμάτιο και να ρωτάει την ερώτησή του, ένα νεαρότερο άντρα που καθόταν σε ένα άσχημο καναπέ και διάβαζε μια εφημερίδα για αγώνες.  Κάπως υποπτεύθηκα ότι ο Α ήταν ο πατέρας και ότι ο Β ήταν ο γιος του, αλλά δεν είχα καμία απόδειξη.  Αυτό πάντως επιβεβαιώθηκε λίγη ώρα αργότερα όταν ο Β (που αργότερα έγινε Lenny) λέει στον Α (που αργότερα έγινε Max), «Μπαμπά σε πειράζει αν αλλάξω το θέμα;  Θέλω να σε ρωτήσω κάτι.  Στο δείπνο που είχαμε πριν, ποιο ήταν το όνομά του;  Πως το λες;  Γιατί δεν αγοράζεις ένα σκύλο;  Είσαι μάγειρας σκύλων.  Ειλικρινά.  Νομίζεις ότι μαγειρεύεις για πολλά σκυλιά».   Έτσι αφού ο Β αποκαλεί τον Α «Μπαμπά» μου φάνηκε λογικό να υποθέσω ότι ήταν πατέρας με γιο.  Ο Α ήταν επίσης προφανώς ο μάγειρας και η μαγειρική του δε φαίνεται να είχε εκτιμηθεί πολύ.  Αυτό σήμαινε πως δεν υπήρχε μητέρα;  Δεν ήξερα.  Αλλά, όπως είπα στον εαυτό μου τη δεδομένη στιγμή, η αφετηρία δεν γνωρίζει ποτέ το τέρμα. 
«Σκοτεινά».  Ένα μεγάλο παράθυρο.  Βραδινός ουρανός.  Ένας άντρας, Α (που αργότερα θα γίνει Deely), και μια γυναίκα, Β (που αργότερα θα γίνει Kate), κάθονται με ποτά.  «Χοντρός ή αδύνατος;» ρωτάει ο άντρας.  Για ποιον μιλούν;  Αλλά τότε βλέπω, καθώς στέκομαι στο παράθυρο, μια γυναίκα, Γ (που αργότερα θα γίνει Anna), σε μια άλλη κατάσταση φωτός, με την πλάτη γυρισμένη σ’ εκείνους, τα μαλλιά της σκούρα. 
Είναι μια παράξενη στιγμή, η στιγμή της δημιουργίας χαρακτήρων που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν έχουν ύπαρξη.  Ό, τι ακολουθεί είναι σπασμωδικό, αβέβαιο, ακόμα και παραισθησιακό, αν και μερικές φορές μπορεί να είναι αδιάκοπη χιονοστιβάδα.  Η θέση του συγγραφέα είναι περίεργη.  Με κάποια έννοια δεν είναι ευπρόσδεκτος από τους χαρακτήρες.  Οι χαρακτήρες του αντιστέκονται, δεν είναι εύκολο να ζήσει κανείς μαζί τους,  είναι αδύνατο να τους προσδιορίσει.  Σίγουρα δεν μπορείς να του κάνεις υπαγορεύσεις.  Σε κάποιο βαθμό παίζεις ένα ατελείωτο παιχνίδι μαζί τους, γάτα με ποντίκι, τυφλόμυγα, κρυφτό.  Αλλά στο τέλος ανακαλύπτεις ότι έχεις ανθρώπους με σάρκα και οστά στα χέρια σου, άνθρωποι με θέληση και με μια ατομική ευαισθησία δική τους, φτιαγμένη από συστατικά στοιχεία που είναι αδύνατον να αλλάξεις, να χειραγωγήσεις ή να διαστρεβλώσεις. 
Έτσι η γλώσσα στην τέχνη παραμένει μια εξαιρετικά ασαφής συναλλαγή, μια κινούμενη άμμος, ένα τραμπολίνο, μια παγωμένη λίμνη που μπορεί να υποχωρήσει κάτω από σένα, το συγγραφέα, οποιαδήποτε στιγμή. 
Αλλά, όπως έχω πει, η αναζήτηση για την αλήθεια δεν μπορεί να σταματήσει ποτέ.  Δεν μπορεί να ακυρωθεί, δεν μπορεί να αναβληθεί.  Πρέπει να αντιμετωπιστεί, ακριβώς εδώ, επιτόπου. 
Το πολιτικό θέατρο παρουσιάζει ένα τελείως διαφορετικό πλαίσιο προβλημάτων.  Οι νουθεσίες πρέπει να αποφευχθούν με οποιοδήποτε κόστος.  Η αντικειμενικότητα είναι βασική.  Οι χαρακτήρες πρέπει να επιτραπεί να αναπνέουν μόνοι τους.  Ο συγγραφέας δεν μπορεί να τους περιορίσει και να τους συνθλίψει για να ικανοποιήσει το δικό του γούστο ή τη διάθεσή του ή την προκατάληψή του.  Πρέπει να είναι προετοιμασμένος να τους προσεγγίσει από μια ποικιλία οπτικών γωνιών, από ένα γεμάτο και ανεμπόδιστο εύρος προοπτικών, να τους ξαφνιάσει, ίσως, περιστασιακά, αλλά παρολαυτά  να τους δώσει την ελευθερία να πάνε σε όποιο δρόμο θέλουν.  Αυτό δεν έχει πάντα αποτέλεσμα.  Και η πολιτική σάτιρα, φυσικά, δεν τηρείται σε κανένα από αυτούς τους κανόνες, στην πραγματικότητα κάνει ακριβώς το αντίθετο, που είναι η σωστή λειτουργία του. 
Στο έργο μου The Birthday Party νομίζω ότι επιτρέπω μια μεγάλη γκάμα επιλογών για να λειτουργήσουν σε ένα πυκνό δάσος πιθανοτήτων προτού τελικά επικεντρωθούν σε μια πράξη υποδούλωσης. 
Η βουνίσια γλώσσα δεν προφασίζεται καμιά τέτοιου είδους γκάμα λειτουργιών.  Παραμένει κτηνώδης, βραχεία και άσχημη.  Αλλά οι στρατιώτες στο έργο βρίσκουν κάποια διασκέδαση σε αυτό.  Κανείς ξεχνάει καμιά φορά ότι τα βάσανα τα βαριέται εύκολα.  Χρειάζεται να γελάει κιόλας για να κρατά ψηλά το ηθικό του.  Αυτό έχει επιβεβαιωθεί φυσικά από τα γεγονότα στο Abu Ghraib στη Βαγδάτη.  Η βουνίσια γλώσσα κρατάει μόνο 20 λεπτά, αλλά θα μπορούσε να συνεχιστεί ώρα με την ώρα, αδιάκοπα, με το ίδιο πρότυπο να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, συνεχώς, ώρα με την ώρα. 
Το Ashes to Ashes, από την άλλη πλευρά, μου φαίνεται ότι λαμβάνει χώρα υποβρυχίως.  Μια γυναίκα που πνίγεται, με το χέρι της να υψώνεται μέσα από τα κύματα, να πέφτει μέσα εκτός οπτικού πεδίου, προσπαθώντας να φτάσει τους άλλους, αλλά χωρίς να βρίσκει κανέναν εκεί, είτε πάνω είτε κάτω από το νερό, βρίσκοντας μόνο σκιές, αντικατοπτρισμούς, επιπλέοντα, η γυναίκα μια χαμένη φιγούρα σε ένα πνιγμένο τοπίο, μια γυναίκα αδύνατον να αποδράσει από το πεπρωμένο της που φαίνεται να ανήκει σε άλλους. 
Αλλά όπως πέθαναν, πρέπει κι εκείνη να πεθάνει. 
Η πολιτική γλώσσα, με τον τρόπο που χρησιμοποιείται από τους πολιτικούς, δεν εμπλέκεται σε καμία τέτοια περιοχή αφού η πλειοψηφία των πολιτικών, σύμφωνα με τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα σε μας, δεν ενδιαφέρεται για την αλήθεια αλλά για την εξουσία και τη διατήρηση αυτής της εξουσίας.  Για να διατηρήσει κανείς αυτή την εξουσία είναι βασικό οι άνθρωποι να παραμένουν στην άγνοια, να ζουν στην άγνοια της αλήθειας, ακόμα και σε ότι έχει σχέση για την αλήθεια για τις ίδιες τους τις ζωές.  Αυτό που μας περιβάλλει ως εκ τούτου είναι ένα παραπέτασμα από ψέματα, πάνω στα οποία τρεφόμαστε. 
Όπως κάθε ένας άνθρωπος εδώ γνωρίζει, η αιτιολόγηση για την εισβολή στο Ιράκ ήταν ότι ο Saddam Hussein είχε στην κατοχή του ένα υψηλής επικινδυνότητας αριθμό όπλων μαζικής καταστροφής, μερικά από τα οποία θα μπορούσαν να πυροδοτηθούν σε 45 λεπτά, και θα επέφεραν τρομακτική καταστροφή.  Μας είχαν διαβεβαιώσει ότι ήταν αλήθεια.  Δεν ήταν αλήθεια.  Μας είχαν πει ότι το Iraq είχε σχέση με την Al Quaeda και είχε μερίδιο ευθύνης για τη θηριωδία στη Νέα Υόρκη την 11η Σεπτεμβρίου του 2001.  Μας είχαν διαβεβαιώσει ότι αυτό ήταν αλήθεια.  Δεν ήταν αλήθεια.  Μας είπαν ότι το Iraq απειλούσε την ασφάλεια του κόσμου.  Μας διαβεβαίωσαν ότι ήταν αλήθεια.  Δεν ήταν αλήθεια. 
Η αλήθεια είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.  Η αλήθεια έχει να κάνει με το πώς οι Ηνωμένες Πολιτείες κατανοούν το ρόλο τους στον κόσμο και πώς επιλέγουν να τον ενσωματώσουν. 
Αλλά προτού επιστρέψω στο παρόν θα ήθελα να κοιτάξω το πρόσφατο παρελθόν, με το οποίο εννοώ την εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.  Πιστεύω ότι είναι υποχρεωτικό για μας να υποβάλλουμε αυτή την περίοδο τουλάχιστον σε κάποιο είδος λεπτομερούς ελέγχου, το οποίο είναι το μόνο που ο χρόνος θα μας επιτρέψει εδώ.
Όλοι γνωρίζουν τι συνέβη στη Σοβιετική Ένωση και σε όλη την Ανατολική Ευρώπη κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου: τη συστηματική κτηνωδία, τις διαδεδομένες θηριωδίες, την αδίστακτη καταστολή της ανεξάρτητης σκέψης.  Όλα αυτά έχουν πλήρως τεκμηριωθεί και επαληθευτεί.   
Ο ισχυρισμός μου εδώ είναι ότι τα εγκλήματα των Ηνωμένων Πολιτειών την ίδια περίοδο έχουν μόνο καταγραφεί επιφανειακά, πόσο μάλλον να έχουν τεκμηριωθεί, πόσο μάλλον να έχουν ομολογηθεί, πόσο μάλλον να έχουν αναγνωριστεί ως εγκλήματα καθόλου.  Πιστεύω ότι πρέπει να επιληφθούμε επ' αυτού και ότι η αλήθεια έχει σημαντική σχέση με το που βρίσκεται τώρα ο κόσμος.  Αν και περιορισμένες, σε κάποιο βαθμό, από την ύπαρξη της Σοβιετικής Ένωσης, οι πράξεις των Ηνωμένων Πολιτειών σε όλο τον κόσμο κατέστησαν ξεκάθαρο ότι είχε αποφανθεί ότι είχαν το ελεύθερο να κάνουν ότι τους άρεσε. 
Η άμεση εισβολή ενός κυρίαρχου κράτους δεν ήταν ποτέ στην πραγματικότητα η αγαπημένη μέθοδος της Αμερικής.  Κυρίως, έχει προτιμήσει αυτό που έχει περιγράψει ως «σύγκρουση χαμηλής έντασης».  Σύγκρουση χαμηλής έντασης σημαίνει ότι χιλιάδες ανθρώπων πεθαίνουν αλλά με πιο αργό ρυθμό από το αν πέσει πάνω τους μια βόμβα μονομιάς. 
Η τραγωδία της Νικαράγουα ήταν μιας υψηλής σημασίας υπόθεση.  Επιλέγω να την προσφέρω εδώ ως ισχυρό παράδειγμα της άποψης της Αμερικής για το ρόλο της στον κόσμο, και τότε και τώρα. 
Το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών επρόκειτο να αποφασίσει για το αν θα έδινε περισσότερα χρήματα για τους Contras στην καμπάνια τους ενάντια στο καθεστώς της Νικαράγουα.  Ήμουν μέλος μιας αντιπροσωπείας για να μιλήσω εκ μέρους της Νικαράγουα αλλά το πιο σημαντικό μέλος αυτής της αντιπροσωπείας ήταν ένας Πάτερ John Metcalf.  Ο αρχηγός του αμερικανικού σώματος ήταν ο Raymond Seitz(τότε νούμερο δύο του πρεσβευτή, έπειτα έγινε ο ίδιος πρεσβευτής).  Ο Πάτερ Metcalf είπε: «Κύριε, είμαι επιφορτισμένος με μια ενορία στα βόρεια της Νικαράγουα.  Οι ενορίτες μου έχτισαν ένα σχολείο, ένα κέντρο υγείας, ένα πολιτιστικό κέντρο.  Έχουμε ζήσει σε ειρήνη.  Πριν από μερικούς μήνες μια δύναμη των Contras επιτέθηκε στην ενορία.  Κατέστρεψαν τα πάντα: το σχολείο, το κέντρο υγείας, το πολιτιστικό κέντρο.  Βίασαν νοσοκόμες και δασκάλες, έσφαξαν γιατρούς, με τον πιο άγριο τρόπο.  Φέρθηκαν ως άγριοι.  Παρακαλούμε απαιτείστε η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών να αποσύρει την υποστήριξή της από αυτή την σοκαριστική τρομοκρατική δραστηριότητα». 
Ο Raymond Seitz είχε μια πολύ καλή φήμη ως λογικός, υπεύθυνος και εξαιρετικά έμπειρος άνθρωπος.  Τύγχανε μεγάλου σεβασμού στους διπλωματικούς κύκλους.  Άκουσε, έκανε παύσεις κι έπειτα μιλούσε με σοβαρότητα. «Πάτερ», έλεγε «άφησέ με να σου πω κάτι.  Στον πόλεμο, οι αθώοι άνθρωποι πάντα υποφέρουν».  Υπήρχε μια παγωμένη σιωπή.  Τον κοιτάξαμε επίμονα.  Οπισθοχώρησε. 
Οι καλοί άνθρωποι, πράγματι, πάντα υποφέρουν.
Τελικά κάποιος είπε: «Αλλά σε αυτή την περίπτωση «οι αθώοι άνθρωποι» ήταν τα θύματα μιας φρικτής θηριωδίας επιχορηγούμενης από τη δική σας κυβέρνηση, μία ανάμεσα σε πολλές.  Αν το Κογκρέσο χορηγεί στους Contras περισσότερα χρήματα περισσότερες φρικαλεότητες αυτού του είδους θα συμβούν.  Αυτό δεν είναι το θέμα;  Δεν είναι λοιπόν η κυβέρνησή σας υπεύθυνη στήριξης πράξεων φόνων και καταστροφής στους πολίτες ενός κυρίαρχου κράτους;»
Ο Seitz ήταν ατάραχος.  «Δε συμφωνώ ότι τα γεγονότα όπως παρουσιάζονται στηρίζουν τους ισχυρισμούς σας», είπε.  
Καθώς αποχωρούσαμε από την Πρεσβεία ένας υπασπιστής των Ηνωμένων Πολιτειών μου είπε ότι απολάμβανε τα έργα μου.  Δεν απάντησα. 
Θα έπρεπε να σας υπενθυμίσω ότι εκείνη την περίοδο ο Πρόεδρος Reagan έκανε την ακόλουθη δήλωση:  «Οι Contras είναι το ηθικό ισοδύναμο των δικών μας «Ιδρυτών Πατέρων».
Οι Ηνωμένες Πολιτείες στήριξαν την κτηνώδη δικτατορία Somoza στη Nicaragua για περισσότερα από 40 χρόνια.  Οι άνθρωποι στη Nicaragua, οδηγημένοι από τους Sandinistas, ανέτρεψαν αυτό το καθεστώς το 1979, μια συναρπαστική λαϊκή εξέγερση.  
Οι Sandinistas δεν ήταν τέλειοι.  Κατείχαν το δικό τους δίκαιο μερίδιο άγνοιας και η δική τους πολιτική φιλοσοφία περιείχε ένα αριθμό αντικρουώμενων στοιχείων.  Αλλά ήταν έξυπνοι, λογικοί και πολιτισμένοι.  Ξεκίνησαν για να εγκαθιδρύσουν μια σταθερή, αξιοπρεπή, πλουραλιστική κοινωνία. Η θανατική ποινή καταργήθηκε.  Εκατοντάδες χιλιάδες καταδικασμένοι στη φτώχια χωρικοί αναστήθηκαν από τους νεκρούς.  Πάνω από 100,000 οικογένειες πήραν τίτλους ιδιοκτησίας γης.  Δύο χιλιάδες σχολεία κτίστηκαν.  Μια αρκετά αξιόλογη εκστρατεία γραμματισμού μείωσε τον αναλφαβητισμό στη χώρα σε λιγότερο από το ένα έβδομο.  Η ελεύθερη εκπαίδευση καθιερώθηκε καθώς και δωρεάν υπηρεσίες υγείας.  Η βρεφική θνησιμότητα μειώθηκε κατά το ένα τρίτο.  Η πολιομυελίτιδα εξαλείφθηκε.   
Οι Ηνωμένες Πολιτείες κατήγγειλαν αυτά τα επιτεύγματα ως Μαρξιστική/Λενιστική υπονόμευση.  Σύμφωνα με την άποψη της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών, εμφανιζόταν ένα επικίνδυνο παράδειγμα.  Αν επιτρεπόταν στη Nicaragua να θεσπίσει βασικές νόρμες κοινωνικής και οικονομικής δικαιοσύνης, αν της επιτρεπόταν να ανεβάσει τα επίπεδα της υγειονομικής περίθαλψης και της εκπαίδευσης και να κατακτήσει κοινωνική ενότητα και εθνικό αυτοσεβασμό, οι γείτονες χώρες θα έκαναν τις ίδιες ερωτήσεις και θα έκαναν τα ίδια πράγματα.  Υπήρχε ασφαλώς εκείνη την περίοδο μανιώδης αντίσταση για την υπάρχουσα κατάσταση στο El Salvador.
Μίλησα νωρίτερα για «ένα παραπέτασμα από ψέματα» που μας περιβάλλει.  Ο Πρόεδρος Reagan χυδαία περιέγραψε τη Nicaragua ως ένα «απολυταρχικό μπουντρούμι».  Αυτό το πήραν γενικά τα μέσα ενημέρωσης, και σίγουρα η βρετανική κυβέρνηση, ως ακριβές και δίκαιο σχόλιο.  Αλλά δεν υπήρχε στην πραγματικότητα καμία καταγραφή μαζικών θανάτων υπό την κυβέρνηση Sandinista.  Δεν υπήρχε καταγραφή βασανιστηρίων.  Δεν υπήρχε καταγραφή συστηματικών ή επίσημων στρατιωτικών κτηνωδιών.  Κανένας ιερέας δεν φονεύτηκε ποτέ στη Nicaragua.  Υπήρχαν στην πραγματικότητα τρεις ιερείς στην κυβέρνηση, δύο ιησουίτες και ένας ιεραπόστολος της Maryknoll.  Τα απολυταρχικά μπουντρούμια ήταν στην πραγματικότητα στη διπλανή πόρτα, στο El Salvador και στη Guatemala.  Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής εκτόπισαν τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση της Guatemala το 1954 και εκτιμάται ότι πάνω από 200,000 άνθρωποι ήταν θύματα διαδοχικών στρατιωτικών δικτατοριών. 
Τρεις από τους επιφανέστερους Ιησουίτες στον κόσμο δολοφονήθηκαν άγρια στο Κεντρικό Αμερικάνικο Πανεπιστήμιο στο San Salvador το 1989 από ένα πλήθος του συντάγματος Alcatl που εκπαιδεύτηκαν στο Fort Benning, στη Georgia, των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.  Αυτός ο εξαιρετικά γενναίος άνθρωπος ο Αρχιεπίσκοπος Romero δολοφονήθηκε την ώρα που έκανε λειτουργία.  Εκτιμάται ότι πέθαναν 75,000 άνθρωποι.  Γιατί σκοτώθηκαν;  Σκοτώθηκαν γιατί πίστευαν ότι μια καλύτερη ζωή ήταν εφικτή και ότι θα έπρεπε να την επιτύχουν.  Αυτή η πίστη αμέσως τους χαρακτήρισε κομμουνιστές.  Πέθαναν γιατί τόλμησαν να αμφισβητήσουν την υπάρχουσα κατάσταση, το τεράστιο πεδίο της φτώχιας , της αρρώστιας, της υποβάθμισης και της καταπίεσης, που ήταν το γενετήσιο δικαίωμά τους.  Οι Ηνωμένες Πολιτείες έριξαν τελικά την κυβέρνηση Sandinista.  Χρειάστηκε κάμποσα χρόνια και αξιοσημείωτη αντίσταση αλλά η αμείλικτη οικονομική καταδίωξη και 30,000 νεκροί τελικά υπονόμευσαν το πνεύμα του λαού της Nicaragua.  Ήταν εξαντλημένοι και χτυπημένοι από τη φτώχια για άλλη μια φορά.  Τα καζίνο επέστρεψαν στη χώρα.  Η δωρεάν υγεία και εκπαίδευση τελείωσαν.  Οι μεγάλες επιχειρήσεις επέστρεψαν με εκδικητικότητα.  «Η Δημοκρατία» είχε υπερισχύσει.  
Αλλά αυτή η τακτική δεν περιορίστηκε με κανένα τρόπο στην Κεντρική Αμερική.  Διεξήχθη σε όλο τον κόσμο.  Ήταν ατελείωτη.  Και είναι σα να μην έγινε ποτέ. 
Οι Ηνωμένες Πολιτείες στήριξαν και σε πολλές περιπτώσεις προκάλεσαν κάθε δεξιάς πτέρυγας στρατιωτική δικτατορία στον κόσμο μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.  Αναφέρομαι στην Ινδονησία, στην Ελλάδα, στην Ουρουγουάη, στη Βραζιλία, στην Παραγουάη, στην Αιτή, στην Τουρκία, στις Φιλιππίνες, στη Γουατεμάλα, στο Ελ Σαλβαδόρ, και φυσικά, στη Χιλή.  Από τη φρίκη που οι Ηνωμένες Πολιτείες προκάλεσαν στη Χιλή το 1973 δε θα εξαγνιστούν ποτέ και δε θα συγχωρεθούν ποτέ. 
Εκατοντάδες χιλιάδες θανάτων έλαβαν χώρα σε όλες αυτές τις χώρες.  Έλαβαν χώρα;  Και έχουν σε κάθε περίπτωση αποδοθεί στην εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών;  Η απάντηση είναι ναι έλαβαν χώρα και είναι αποδοτέες στην Αμερικάνικη εξωτερική πολιτική.  Αλλά δε θα το γνωρίζατε. 
Δεν έγινε ποτέ.  Τίποτα δεν έγινε ποτέ.  Ακόμα και όταν συνέβαινε τίποτα δεν συνέβαινε.  Δεν είχε σημασία.  Δεν είχε κανένα ενδιαφέρον.  Τα εγκλήματα των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν συστηματικά, διαρκή, μοχθηρά, άσπλαχνα, αλλά πολύ λίγοι άνθρωποι μιλήσει στην πραγματικότητα γι’ αυτά.  Θα πρέπει να τα θίξετε στην Αμερική.  Έχει ασκήσει μια αρκετά κλινική χειραγώγηση εξουσίας σε όλο τον κόσμο ενώ μεταμφιέζεται ως μια δύναμη για το καλό του κόσμου.  Είναι μια λαμπρή, ακόμα και έξυπνη, εξαιρετικά επιτυχής πράξη ύπνωσης.  
Σας θέτω το ζήτημα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι χωρίς καμία αμφιβολία το μεγαλύτερο θέαμα του δρόμου. Κτηνώδες, αδιάφορο, περιφρονητικό και αδίστακτο μπορεί να είναι αλλά είναι επίσης πολύ έξυπνο.  Ως πωλητής είναι έξω μόνη και είναι το είδος που πουλάει περισσότερο είναι η αγάπη στον εαυτό της.  Ακούστε όλους τους Αμερικανούς προέδρους στην τηλεόραση να λένε τα λόγια «ο αμερικάνικος λαός», όπως στην πρόταση, «λέω στον αμερικάνικο λαό ότι είναι ώρα να προσευχηθεί και να υπερασπιστεί τα δικαιώματα του αμερικάνικου λαού και ζητώ από τον αμερικάνικο λαό να εμπιστευτεί τον πρόεδρό του στη δράση που πρόκειται να αναλάβει εκ μέρους του αμερικάνικου λαού».  
Είναι ένα ευφυές στρατήγημα.  Η γλώσσα χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα για να κρατήσει τη σκέψη στην άκρη.  Οι λέξεις «ο αμερικάνικος λαός» παρέχουν ένα αληθινά ηδονικό μαξιλάρι διαβεβαίωσης.  Δε χρειάζεται να σκεφτείς.  Απλά κάθισε πίσω στο μαξιλάρι.  Το μαξιλάρι μπορεί να πνίγει την εξυπνάδα σου και τις κριτικές σου ικανότητες αλλά είναι βολικό.  Αυτό φυσικά δεν εφαρμόζεται στους 40 εκατομμύρια ανθρώπους που ζουν κάτω από το όριο της φτώχιας και στους 2 εκατομμύρια άνδρες και γυναίκες που είναι έγκλειστοι στα απέραντα γκουλάνγκ των φυλακών, που εκτείνονται σε ολόκληρες τις Ηνωμένες Πολιτείες. 
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ενδιαφέρονται πια για την χαμηλής έντασης σύγκρουση.  Δε βλέπουν πια νόημα στο να είναι επιφυλακτικοί ή ακόμα και παραπλανητικοί.  Βάζουν τα χαρτιά τους στο τραπέζι χωρίς φόβο ή ευμένεια.  Απλά δε δίνουν σημασία για τα Ηνωμένα Έθνη, το διεθνή νόμο ή την κριτική αντιγνωμία, που τη θεωρούν αδύναμη ή άσχετη.  Έχουν επίσης το δικό τους προβατάκι που βελάζει πίσω τους στην πρώτη γραμμή και είναι η παθητική και αδρανής Βρετανία.   
Τι έχει συμβεί στην ηθική μας ευαισθησία;  Είχαμε ποτέ καθόλου;  Τι σημαίνουν αυτές οι λέξεις;  Αναφέρονται σε έναν όρο που χρησιμοποιείται σπάνια αυτές τις μέρες – συνείδηση;  Μια συνείδηση δεν έχει να κάνει μόνο με τις δικές μας πράξεις αλλά έχει να κάνει και με τη μοιρασμένη ευθύνη μας για τις πράξεις των άλλων;  Νεκρώθηκαν όλα;  Κοιτάξτε τον Κόλπο του Γκουαντάναμο.  Εκατοντάδες άνθρωποι υπό κράτηση χωρίς κατηγορία για περισσότερα από τρία χρόνια, χωρίς καμία νόμιμη εκπροσώπηση ή σχετική διαδικασία, τεχνικά κρατούμενοι για πάντα.  Αυτή η εντελώς μη νόμιμη δομή  διατηρείται σε περιφρόνηση από τη Σύμβαση της Γενεύης.  Όχι μόνο το ανέχονται αλλά σπάνια το σκέφτονται και αυτοί που τους ονομάζουμε «διεθνή κοινότητα».  Αυτή η εγκληματική εκτροπή διαπράττεται από μία χώρα, που δηλώνει η ίδια ότι είναι «η αρχηγός του κόσμου».  Σκεφτόμαστε τους κατοίκους του Κόλπου του Γκουαντάναμο;  Τι λένε τα μέσα ενημέρωσης γι αυτούς;  Εμφανίζουν κατά καιρούς – ένα μικρό κομμάτι στη σελίδα έξι.  Έχουν παραδοθεί σε μια έρημη γη από την οποία μπορεί όντως να μην επιστρέψουν ποτέ.  Τώρα πολλοί κάνουν απεργία πείνας, και σιτίζονται αναγκαστικά, συμπεριλαμβανομένων και βρετανών που διαμένουν εκεί.  Καμία λεπτότητα σε αυτές τις διαδικασίες αναγκαστικής σίτισης.  Κανένα ηρεμιστικό και κανένα αναισθητικό.  Μόνο ένας σωλήνας καρφωμένος στη μύτη σου και μέσα στο λαιμό.  Ξερνάς αίμα.  Αυτό είναι βασανιστήριο.  Τι έχει πει ο Βρετανός Γραμματέας Εξωτερικών γι αυτό;  Τίποτα.  Τι έχει πει ο Βρετανός Πρωθυπουργός γι αυτό;  Τίποτα.  Γιατί όχι;  Γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πει: η κριτική στη συμπεριφορά μας στο Γκουαντάναμο αποτελεί μη φιλική πράξη.  Ή είστε μαζί μας ή εναντίον μας;  Έτσι ο Μπλερ το βουλώνει. 
Η εισβολή στο Ιράκ ήταν μια ληστρική πράξη, μια πράξη χυδαίας κρατικής τρομοκρατίας, που επιδεικνύει απόλυτη περιφρόνηση για την αντίληψη του διεθνούς νόμου.  Η εισβολή ήταν μια αυθαίρετη στρατιωτική δράση εμπνευσμένη από μια σειρά από ψέματα επί ψεμάτων και  χυδαίας χειραγώγησης των μέσων ενημέρωσης και επομένως του κοινού.  Μια πράξη που σκοπεύει να  παγιώσει τον Αμερικάνικο στρατό και τον οικονομικό έλεγχο της Μέσης Ανατολής με το προπέτασμα – ως ύστατη λύση- καθώς όλες οι άλλες δικαιολογίες έχουν αποτύχει να δικαιολογήσουν τον εαυτό τους –  την απελευθέρωση.  Μια εκπληκτική διεκδίκηση στρατιωτικής δύναμης υπεύθυνης για το θάνατο και τον ακρωτηριασμό χιλιάδες επί χιλιάδων αθώων ανθρώπων. 
Έχουμε φέρει βασανιστήρια. Συστάδες βομβών, απεμπλουτισμένο ουράνιο, αμέτρητες πράξεις αιφνιδίων θανάτων, μιζέρια, αθλιότητα και θάνατο στον Ιρακινό λαό και το ονομάζουμε όλο αυτό «φέρνοντας την ελευθερία και τη δημοκρατία στη Μέση Ανατολή». 
Πόσους ανθρώπους πρέπει να σκοτώσετε προτού σαν αποδοθούν τα προσόντα να είστε κατά συρροήν δολοφόνοι και εγκληματίες πολέμου;  Εκατό χιλιάδες;  Περισσότεροι από αρκετοί, θα είχα σκεφτεί.  Άρα μένει μόνο ο Μπους και ο Μπλερ να εγκληθούν μπροστά από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.  Αλλά ο Μπους ήταν έξυπνος.  Δεν έχει επικυρώσει το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.  Επομένως αν οποιοσδήποτε Αμερικάνος στρατιώτης ή γι αυτό το θέμα πολιτικός βρεθεί στο εδώλιο του δικαστηρίου ο Μπους έχει προειδοποιήσει ότι θα στείλει το ναυτικό.  Αλλά ο Τόνυ Μπλερ έχει επικυρώσει το Δικαστήριο άρα είναι διαθέσιμος για διώξεις.  Μπορούμε επιτρέψουμε στο Δικαστήριο να πάρει τη διεύθυνσή του αν ενδιαφέρεται.  Είναι το Νούμερο 10, Oδός Downing, Λονδίνο.  
Ο θάνατος σ’ αυτό το πλαίσιο είναι άσχετος.  Και οι δυο και ο Μπους και ο Μπλερ βάζουν το θάνατο σε χαμηλή προτεραιότητα.  Τουλάχιστον 100,000 Ιρακινοί σκοτώθηκαν από αμερικάνικες βόμβες και πυραύλους πριν αρχίσει η Ιρακινή εξέγερση.  Αυτοί οι άνθρωποι είναι ασήμαντοι.  Οι θάνατοί τους δεν υπάρχουν.  Είναι κενοί.  Δεν έχουν καν καταγραφεί ως νεκροί.  «Δεν κάνουμε μετρήσεις πτωμάτων», είπε ο Αμερικανός αρχηγός Tommy Franks. 
Στην αρχή της εισβολής υπήρχε μια δημοσιευμένη φωτογραφία στην πρώτη σελίδα των Βρετανικών εφημερίδων του Τόνυ Μπλερ να φιλάει το μάγουλο ενός μικρού Ιρακινού αγοριού.  «Ένα παιδί ευγνωμονεί» έλεγε η λεζάντα.  Μερικές μέρες αργότερα υπήρχε μια ιστορία και φωτογραφία σε μια σελίδα μέσα, ενός άλλου αγοριού τεσσάρων ετών χωρίς χέρια.  Η οικογένειά του ανατινάχτηκε από ένα πύραυλο.  Ήταν ο μόνος επιζών.  «Πότε θα πάρω πίσω τα χέρια μου;» ρώτησε.  Η ιστορία ξεχάστηκε.  Λοιπόν, ο Τόνυ Μπλερ δεν τον κρατούσε στα χέρια του, ούτε το σώμα κανενός άλλου ακρωτηριασμένου παιδιού, ούτε το σώμα ενός ματωμένου πτώματος.  Το αίμα είναι βρώμικο.  Βρωμίζει το πουκάμισό σου και τη γραβάτα όταν κάνεις ένα ειλικρινή λόγο στην τηλεόραση. 
Οι 2,000 νεκροί Αμερικάνοι είναι ντροπή.  Μεταφέρθηκαν στους τάφους τους μέσα στη νύχτα.  Οι κηδείες είναι ταπεινές, όχι επιζήμιες.  Οι ακρωτηριασμένοι σαπίζουν στα κρεβάτια τους, μερικοί για το υπόλοιπο της ζωής τους.  Έτσι και οι νεκροί και οι ακρωτηριασμένοι σαπίζουν, σε διαφορετικών ειδών τάφους. 
Εδώ είναι ένα απόσπασμα από ένα ποίημα του Παμπλο Νερούδα.  «Εξηγώ μερικά πράγματα». 
And one morning all that was burning,
one morning the bonfires
leapt out of the earth
devouring human beings
and from then on fire,
gunpowder from then on,
and from then on blood.
Bandits with planes and Moors,
bandits with finger-rings and duchesses,
bandits with black friars spattering blessing
came through the sky to kill children
and the blood of children ran through the streets
without fuss, like children's blood.
Jackals that the jackals would despise
stones that the dry thistle would bite on and spit out,
vipers that the vipers would abominate.
Face to face with you I have seen the blood
of Spain tower like a tide
to drown you in one wave
of pride and knives.
see my dead house,
look at broken Spain:
from every house burning metal flows
instead of flowers
from every socket of Spain
Spain emerges
and from every dead child a rifle with eyes
and from every crime bullets are born
which will one day find
the bull's eye of your hearts.
And you will ask: why doesn't his poetry
speak of dreams and leaves
and the great volcanoes of his native land.
Come and see the blood in the streets.
Come and see
the blood in the streets.
Come and see the blood
in the streets!*
Ας το ξεκαθαρίσω λίγο ότι η παράθεση από το ποίημα του Νερούδα με κανένα τρόπο δε συγκρίνει τη Δημοκρατική Ισπανία με το Ιράκ του Σαντάμ Χουσείν.  Παραθέτω Νερούδα γιατί πουθενά στη σύγχρονη ποίηση δεν έχω διαβάσει μια τόσο δυνατή διαισθητική περιγραφή βομβαρδισμού πολιτών. 
Έχω πει νωρίτερα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι τώρα εντελώς ειλικρινείς και βάζουν τα χαρτιά τους στο τραπέζι.  Αυτό είναι το θέμα.  Η επίσημη δηλωμένη τους πολιτική καθορίζεται τώρα ως «πλήρες φάσμα κυριαρχίας».  Αυτός δεν είναι δικός μου όρος, είναι δικός τους.  «Κυριαρχία πλήρους φάσματος» σημαίνει έλεγχο της γης, της θάλασσας, του αέρα και του διαστήματος και όλων των ακόλουθων πόρων. 
Οι Ηνωμένες Πολιτείες τώρα απασχολούν 702 στρατιωτικές εγκαταστάσεις σε όλο τον κόσμο σε 132 χώρες, με την τιμητική εξαίρεση της Σουηδίας, φυσικά.  Δεν ξέρουμε πώς έφτασαν εκεί αλλά είναι ακόμα εκεί καλά. 
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στην κατοχή τους 8,000 ενεργές και λειτουργικές πυρηνικές κεφαλές.  Οι δύο χιλιάδες είναι σε συναγερμό άμεσης πυροδότησης, έτοιμες να εκτοξευτούν με προειδοποίηση δεκαπέντε λεπτών.  Αναπτύσσει νέα συστήματα πυρηνικής δύναμης, γνωστά ως bunker busters.  Οι Βρετανοί, πάντα συνεργάσιμοι, σκοπεύουν να αντικαταστήσουν το δικό τους πυρηνικό πύραυλο, Trident.  Ποιον, αναρωτιέμαι, να σημαδεύουν;  Τον Οσάμα Μπιν Λάντεν;  Εσάς;  Εμένα;  Το Joe Dokes;  Την Κίνα; Το Παρίσι;  Ποιος ξέρει;  Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι αυτή η παιδική τρέλα – η κατοχή και η απειλητική χρήση των πυρηνικών όπλων –είναι στην καρδιά της παρούσας Αμερικάνικης πολιτικής φιλοσοφίας.  Πρέπει να θυμηθούμε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι σε μια μόνιμη στρατιωτική βάση και δε δείχνουν κανένα σημάδι χαλάρωσης. 
Πολλές χιλιάδες, αν όχι εκατομμύρια, ανθρώπων ακόμα και στις Ηνωμένες Πολιτείες  είναι ευαπόδεικτα αηδιασμένοι, ντροπιασμένοι και θυμωμένοι με τις πράξεις της κυβέρνησής τους, αλλά όπως είναι τα πράγματα δεν αποτελούν μια πολιτική δύναμη με συνοχή – ακόμα.  Αλλά το άγχος, η αβεβαιότητα και ο φόβος που μπορούμε να δούμε ότι μεγαλώνουν καθημερινά στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής είναι απίθανο να μειωθούν. 
Γνωρίζω ότι ο Πρόεδρος Μπους έχει πολλούς επαρκείς συγγραφείς λόγων αλλά θα ήθελα να γίνω εθελοντής για τη δουλειά ο ίδιος.  Προτείνω την ακόλουθη μικρή προσφώνηση που μπορεί να κάνει στην τηλεόραση απευθυνόμενος στο έθνος.  Τον βλέπω σοβαρό, προσεκτικά χτενισμένο, σοβαρό, επιτυχή, σοβαρό, συχνά σαγηνευτικό, πολλές φορές να χρησιμοποιεί ένα ειρωνικό χαμόγελο, περιέργως ελκυστικό, ο άντρας ενός άντρα. 
«Ο θεός είναι καλός.  Ο θεός είναι μεγάλος.  Ο θεός είναι καλός.  Ο θεός μου είναι καλός.  Ο θεός του Μπιν Λάντεν είναι κακός.  Ο δικός του είναι ένας κακός θεός . Ο θεός του Σαντάμ ήταν κακός, εκτός του ότι δεν είχε.  Ήταν ένας βάρβαρος.  Είμαι ο δημοκρατικά εκλεγείς αρχηγός μιας δημοκρατίας που αγαπά την ελευθερία.  Είμαστε μια συμπονετική κοινωνία.  Δίνουμε συμπονετική ηλεκτροπληξία και συμπονετική θανατηφόρα ένεση.  Είμαστε ένα σπουδαίο έθνος.  Δεν είμαι δικτάτορας.  Αυτός είναι.  Δεν είμαι βάρβαρος.  Αυτός είναι.  Και είναι.  Είναι όλοι.  Κατέχω την ηθική εξουσία.  Βλέπετε αυτή τη γροθιά;  Αυτή είναι η ηθική μου εξουσία.  Και μην τυχόν και το ξεχάσετε». 
Η ζωή ενός συγγραφέα είναι μια εξαιρετικά τρωτή, σχεδόν γυμνή δραστηριότητα.  Δεν πρέπει να γκρινιάζουμε γι αυτό.  Ο συγγραφέας κάνει την επιλογή του και παραμένει πιστός σ αυτήν.  Αλλά η αλήθεια είναι ότι είναι εκτεθειμένος σε όλους τους ανέμους, κάποιοι απ αυτούς είναι όντως παγεροί.  Είσαι εκεί έξω μόνος σου, έξω σε ένα κλαδί.  Δε βρίσκεις καμία στέγη, καμία προστασία – εκτός κι αν πεις ψέματα – οπότε στην περίπτωση αυτή έχεις κατασκευάσει τη δική σου προστασία και θα μπορούσε να επιχειρηματολογήσει κανείς, ότι πρέπει να γίνεις πολιτικός.  
Έχω αναφερθεί στο θάνατο απόψε κάμποσες φορές.  Τώρα θα παραθέσω ένα δικό μου ποίημα που λέγεται «Θάνατος». 
Where was the dead body found?
Who found the dead body?
Was the dead body dead when found?
How was the dead body found?
Who was the dead body?
Who was the father or daughter or brother
Or uncle or sister or mother or son
Of the dead and abandoned body?
Was the body dead when abandoned?
Was the body abandoned?
By whom had it been abandoned?
Was the dead body naked or dressed for a journey?
What made you declare the dead body dead?
Did you declare the dead body dead?
How well did you know the dead body?
How did you know the dead body was dead?
Did you wash the dead body
Did you close both its eyes
Did you bury the body
Did you leave it abandoned
Did you kiss the dead body
Όταν κοιτάμε μέσα σε ένα καθρέπτη νομίζουμε ότι το είδωλο που μας αντικρύζει είναι ακριβές.  Αλλά κινηθείτε ένα χιλιοστό και η εικόνα θα αλλάξει.  Στην πραγματικότητα κοιτάμε ένα ατελείωτο φάσμα αντικατοπτρισμών.  Αλλά κάποιες φορές ο συγγραφέας πρέπει να σπάει τον καθρέπτη – γιατί είναι στην άλλη πλευρά του καθρέπτη όπου η αλήθεια μας κοιτά επίμονα. 
Πιστεύω ότι παρά τις τεράστιες ανισότητες που υπάρχουν, η ανένδοτη, απαρέγκλιτη, μανιώδης διανοητική αποφασιστικότητα, ως πολίτες, για να προσδιορίσουμε την αλήθεια της ζωής μας και των κοινωνιών μας είναι μια κρίσιμη υποχρέωση που εναπόκειται σε όλους εμάς.  Είναι στην πραγματικότητα επιτακτική.   
Αν μια τέτοια αποφασιστικότητα δεν ενσωματωθεί στο πολιτικό μας όραμα δεν έχουμε καμία ελπίδα να αποκαταστήσουμε αυτό που έχουμε σχεδόν χάσει – την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.  

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

Dario Fo Nobel lecture in english with translation in greek

  • Nobel Lecture, Dario Fo
Nobel Lecture, December 7, 1997

Contra Jogulatores Obloquentes
Against Jesters Who Defame and Insult
"Against jesters who defame and insult". Law issued by Emperor Frederick II (Messina 1221), declaring that anyone may commit violence against jesters without incurring
The drawings I'm showing you are mine. Copies of these, slightly reduced in size, have been distributed among you.
For some time it's been my habit to use images when preparing a speech: rather than write it down, I illustrate it. This allows me to improvise, to exercise my imagination - and to oblige you to use yours.
As I proceed, I will from time to time indicate to you where we are in the manuscript. That way you won't lose the thread. This will be of help especially to those of you who don't understand either Italian or Swedish. English-speakers will have a tremendous advantage over the rest because they will imagine things I've neither said nor thought. There is of course the problem of the two laughters: those who understand Italian will laugh immediately, those who don't will have to wait for Anna [Barsotti]'s Swedish translation. And then there are those of you who won't know whether to laugh the first time or the second. Anyway, let's get started.

Ladies and gentlemen, the title I've selected for this little chat is "contra jogulatores obloquentes", which you all recognize as Latin, mediaeval Latin to be precise. It's the title of a law issued in Sicily in 1221 by Emperor Frederick II of Swabia, an emperor "anointed by God", who we were taught in school to regard a sovereign of extraordinary enlightenment, a liberal. "Jogulatores obloquentes" means "jesters who defame and insult". The law in question allowed any and all citizens to insult jesters, to beat them and even - if they were in that mood - to kill them, without running any risk of being brought to trial and condemned. I hasten to assure you that this law no longer is in vigour, so I can safely continue.

Ladies and gentlemen,
Friends of mine, noted men of letters, have in various radio and television interviews declared: "The highest prize should no doubt be awarded to the members of the Swedish Academy, for having had the courage this year to award the Nobel Prize to a jester." I agree. Yours is an act of courage that borders on provocation.
It's enough to take stock of the uproar it has caused: sublime poets and writers who normally occupy the loftiest of spheres, and who rarely take interest in those who live and toil on humbler planes, are suddenly bowled over by some kind of whirlwind.
Like I said, I applaud and concur with my friends.
These poets had already ascended to the Parnassian heights when you, through your insolence, sent them toppling to earth, where they fell face and belly down in the mire of normality.
Insults and abuse are hurled at the Swedish Academy, at its members and their relatives back to the seventh generation. The wildest of them clamour: "Down with the King ... of Norway!". It appears they got the dynasty wrong in the confusion.
(At this point you may turn the page. As you see there is an image of a naked poet bowled over by a whirlwind.)

Some landed pretty hard on their nether parts. There were reports of poets and writers whose nerves and livers suffered terribly. For a few days thereafter there was not a pharmacy in Italy that could muster up a single tranquillizer.
But, dear members of the Academy, let's admit it, this time you've overdone it. I mean come on, first you give the prize to a black man, then to a Jewish writer. Now you give it to a clown. What gives? As they say in Naples: pazziàmme? Have we lost our senses?
Also the higher clergy have suffered their moments of madness. Sundry potentates - great electors of the Pope, bishops, cardinals and prelates of Opus Dei - have all gone through the ceiling, to the point that they've even petitioned for the reinstatement of the law that allowed jesters to be burned at the stake. Over a slow fire.
On the other hand I can tell you there is an extraordinary number of people who rejoice with me over your choice. And so I bring you the most festive thanks, in the name of a multitude of mummers, jesters, clowns, tumblers and storytellers.
(This is where we are now [indicates a page].)

And speaking of storytellers, I mustn't forget those of the small town on Lago Maggiore where I was born and raised, a town with a rich oral tradition.
They were the old storytellers, the master glass-blowers who taught me and other children the craftsmanship, the art, of spinning fantastic yarns. We would listen to them, bursting with laughter - laughter that would stick in our throats as the tragic allusion that surmounted each sarcasm would dawn on us. To this day I keep fresh in my mind the story of the Rock of Caldé.

"Many years ago", began the old glass-blower, "way up on the crest of that steep cliff that rises from the lake there was a town called Caldé. As it happened, this town was sitting on a loose splinter of rock that slowly, day by day, was sliding down towards the precipice. It was a splendid little town, with a campanile, a fortified tower at the very peak and a cluster of houses, one after the other. It's a town that once was and that now is gone. It disappeared in the 15th century.
"'Hey', shouted the peasants and fishermen down in the valley below. 'You're sliding, you'll fall down from there'.
"But the cliff dwellers wouldn't listen to them, they even laughed and made fun of them: 'You think you're pretty smart, trying to scare us into running away from our houses and our land so you can grab them instead. But we're not that stupid.'
"So they continued to prune their vines, sow their fields, marry and make love. They went to mass. They felt the rock slide under their houses but they didn't think much about it. 'Just the rock settling. Quite normal', they said, reassuring each other.
"The great splinter of rock was about to sink into the lake. 'Watch out, you've got water up to your ankles', shouted the people along the shore. 'Nonsense, that's just drainage water from the fountains, it's just a bit humid', said the people of the town, and so, slowly but surely, the whole town was swallowed by the lake.
"Gurgle ... gurgle ... splash ... they sink .... houses, men, women, two horses, three donkeys ... heehaw ... gurgle. Undaunted, the priest continued to receive the confession of a nun: 'Te absolvi ... animus ... santi ... guurgle ... Aame ... gurgle ...' The tower disappeared, the campanile sank with bells and all: Dong ... ding ... dop ... plock ...
"Even today", continued the old glass-blower, "if you look down into the water from that outcrop that still juts out from the lake, and if in that same moment a thunderstorm breaks out, and the lightning illuminates the bottom of the lake, you can still see - incredible as it may seem! - the submerged town, with its streets still intact and even the inhabitants themselves, walking around and glibly repeating to themselves: 'Nothing has happened'. The fish swim back and forth before their eyes, even into their ears. But they just brush them off: 'Nothing to worry about. It's just some kind of fish that's learned to swim in the air'.
"'Atchoo!' 'God bless you!' 'Thank you ... it's a bit humid today ... more than yesterday ... but everything's fine'. They've reached rock bottom, but as far as they're concerned, nothing has happened at all."

Disturbing though it may be, there's no denying that a tale like this still has something to tell us.
I repeat, I owe much to these master glass-blowers of mine, and they - I assure you - are immensely grateful to you, members of this Academy, for rewarding one of their disciples.
And they express their gratitude with explosive exuberance. In my home town, people swear that on the night the news arrived that one of their own storytellers was to be awarded the Nobel Prize, a kiln that had been standing cold for some fifty years suddenly erupted in a broadside of flames, spraying high into the air - like a fireworks finale - a myriad splinters of coloured glass, which then showered down on the surface of the lake, releasing an impressive cloud of steam.
(While you applaud, I'll have a drink of water. [Turning to the interpreter:] Would you like some?
It's important that you talk among yourselves while we drink, because if you try to hear the gurgle gurgle gurgle the water makes as we swallow we'll choke on it and start coughing. So instead you can exchange niceties like "Oh, what a lovely evening it is, isn't it?".
End of intermission: we turn to a new page, but don't worry, it'll go faster from here.)

Above all others, this evening you're due the loud and solemn thanks of an extraordinary master of the stage, little-known not only to you and to people in France, Norway, Finland ... but also to the people of Italy. Yet he was, until Shakespeare, doubtless the greatest playwright of renaissance Europe. I'm referring to Ruzzante Beolco, my greatest master along with Molière: both actors-playwrights, both mocked by the leading men of letters of their times. Above all, they were despised for bringing onto the stage the everyday life, joys and desperation of the common people; the hypocrisy and the arrogance of the high and mighty; and the incessant injustice. And their major, unforgivable fault was this: in telling these things, they made people laugh. Laughter does not please the mighty.
Ruzzante, the true father of the Commedia dell'Arte, also constructed a language of his own, a language of and for the theatre, based on a variety of tongues: the dialects of the Po Valley, expressions in Latin, Spanish, even German, all mixed with onomatopoeic sounds of his own invention. It is from him, from Beolco Ruzzante, that I've learned to free myself from conventional literary writing and to express myself with words that you can chew, with unusual sounds, with various techniques of rhythm and breathing, even with the rambling nonsense-speech of the grammelot.
Allow me to dedicate a part of this prestigious prize to Ruzzante.

A few days ago, a young actor of great talent said to me: "Maestro, you should try to project your energy, your enthusiasm, to young people. You have to give them this charge of yours. You have to share your professional knowledge and experience with them". Franca - that's my wife - and I looked at each other and said: "He's right". But when we teach others our art, and share this charge of fantasy, what end will it serve? Where will it lead?
In the past couple of months, Franca and I have visited a number of university campuses to hold workshops and seminars before young audiences. It has been surprising - not to say disturbing - to discover their ignorance about the times we live in. We told them about the proceedings now in course in Turkey against the accused culprits of the massacre in Sivas. Thirty-seven of the country's foremost democratic intellectuals, meeting in the Anatolian town to celebrate the memory of a famous mediaeval jester of the Ottoman period, were burned alive in the dark of the night, trapped inside their hotel. The fire was the handiwork of a group of fanatical fundamentalists that enjoyed protection from elements within the Government itself. In one night, thirty-seven of the country's most celebrated artists, writers, directors, actors and Kurdish dancers were erased from this Earth.
In one blow these fanatics destroyed some of the most important exponents of Turkish culture.
Thousands of students listened to us. The looks in their faces spoke of their astonishment and incredulity. They had never heard of the massacre. But what impressed me the most is that not even the teachers and professors present had heard of it. There Turkey is, on the Mediterranean, practically in front of us, insisting on joining the European Community, yet no one had heard of the massacre. Salvini, a noted Italian democrat, was right on the mark when he observed: "The widespread ignorance of events is the main buttress of injustice". But this absent-mindedness on the part of the young has been conferred upon them by those who are charged to educate and inform them: among the absent-minded and uninformed, school teachers and other educators deserve first mention.
Young people easily succumb to the bombardment of gratuitous banalities and obscenities that each day is served to them by the mass media: heartless TV action films where in the space of ten minutes they are treated to three rapes, two assassinations, one beating and a serial crash involving ten cars on a bridge that then collapses, whereupon everything - cars, drivers and passengers - precipitates into the sea ... only one person survives the fall, but he doesn't know how to swim and so drowns, to the cheers of the crowd of curious onlookers that suddenly has appeared on the scene.

At another university we spoofed the project - alas well under way - to manipulate genetic material, or more specifically, the proposal by the European Parliament to allow patent rights on living organisms. We could feel how the subject sent a chill through the audience. Franca and I explained how our Eurocrats, kindled by powerful and ubiquitous multinationals, are preparing a scheme worthy the plot of a sci-fi/horror movie entitled "Frankenstein's pig brother". They're trying to get the approval of a directive which (and get this!) would authorize industries to take patents on living beings, or on parts of them, created with techniques of genetic manipulation that seem taken straight out of "The Sorcerer's Apprentice".
This is how it would work: by manipulating the genetic make-up of a pig, a scientist succeeds in making the pig more human-like. By this arrangement it becomes much easier to remove from the pig the organ of your choice - a liver, a kidney - and to transplant it in a human. But to assure that the transplanted pig-organs aren't rejected, it's also necessary to transfer certain pieces of genetic information from the pig to the human. The result: a human pig (even though you will say that there are already plenty of those).
And every part of this new creature, this humanized pig, will be subject to patent laws; and whosoever wishes a part of it will have to pay copyright fees to the company that "invented" it. Secondary illnesses, monstrous deformations, infectious diseases - all are optionals, included in the price ...
The Pope has forcefully condemned this monstrous genetic witchcraft. He has called it an offence against humanity, against the dignity of man, and has gone to pains to underscore the project's total and irrefutable lack of moral value.
The astonishing thing is that while this is happening, an American scientist, a remarkable magician - you've probably read about him in the papers - has succeeded in transplanting the head of a baboon. He cut the heads off two baboons and switched them. The baboons didn't feel all that great after the operation. In fact, it left them paralysed, and they both died shortly thereafter, but the experiment worked, and that's the great thing.
But here's the rub: this modern-day Frankenstein, a certain Professor White, is all the while a distinguished member of the Vatican Academy of Sciences. Somebody should warn the Pope.

So, we enacted these criminal farces to the kids at the universities, and they laughed their heads off. They would say of Franca and me: "They're a riot, they come up with the most fantastic stories". Not for a moment, not even with an inkling in their spines, did they grasp that the stories we told were true.
These encounters have strengthened us in our conviction that our job is - in keeping with the exhortation of the great Italian poet Savinio - "to tell our own story". Our task as intellectuals, as persons who mount the pulpit or the stage, and who, most importantly, address to young people, our task is not just to teach them method, like how to use the arms, how to control breathing, how to use the stomach, the voice, the falsetto, the contracampo. It's not enough to teach a technique or a style: we have to show them what is happening around us. They have to be able to tell their own story. A theatre, a literature, an artistic expression that does not speak for its own time has no relevance.

Recently, I took part in a large conference with lots of people where I tried to explain, especially to the younger participants, the ins and outs of a particular Italian court case. The original case resulted in seven separate proceedings, at the end of which three Italian left-wing politicians were sentenced to 21 years of imprisonment each, accused of having murdered a police commissioner. I've studied the documents of the case - as I did when I prepared Accidental Death of an Anarchist - and at the conference I recounted the facts pertaining to it, which are really quite absurd, even farcical. But at a certain point I realized I was speaking to deaf ears, for the simple reason that my audience was ignorant not only of the case itself, but of what had happened five years earlier, ten years earlier: the violence, the terrorism. They knew nothing about the massacres that occurred in Italy, the trains that blew up, the bombs in the piazze or the farcical court cases that have dragged on since then.
The terribly difficult thing is that in order to talk about what is happening today, I have to start with what happened thirty years ago and then work my way forward. It's not enough to speak about the present. And pay attention, this isn't just about Italy: the same thing happens everywhere, all over Europe. I've tried in Spain and encountered the same difficulty; I've tried in France, in Germany, I've yet to try in Sweden, but I will.

To conclude, let me share this medal with Franca.
Franca Rame, my companion in life and in art who you, members of the Academy, acknowledge in your motivation of the prize as actress and author; who has had a hand in many of the texts of our theatre.

(At this very moment, Franca is on stage in a theatre in Italy but will join me the day after tomorrow. Her flight arrives midday, if you like we can all head out together to pick her up at the airport.)
Franca has a very sharp wit, I assure you. A journalist put the following question to her: "So how does it feel to be the wife of a Nobel Prize winner? To have a monument in your home?" To which she answered: "I'm not worried. Nor do I feel at all at a disadvantage; I've been in training for a long time. I do my exercises each morning: I go down on my hand and knees, and that way I've accustomed myself to becoming a pedestal to a monument. I'm pretty good at it."
Like I said, she has a sharp wit. At times she even turns her irony against herself.
Without her at my side, where she has been for a lifetime, I would never have accomplished the work you have seen fit to honour. Together we've staged and recited thousands of performances, in theatres, occupied factories, at university sit-ins, even in deconsecrated churches, in prisons and city parks, in sunshine and pouring rain, always together. We've had to endure abuse, assaults by the police, insults from the right-thinking, and violence. And it is Franca who has had to suffer the most atrocious aggression. She has had to pay more dearly than any one of us, with her neck and limb in the balance, for the solidarity with the humble and the beaten that has been our premise.

The day it was announced that I was to be awarded the Nobel Prize I found myself in front of the theatre on Via di Porta Romana in Milan where Franca, together with Giorgio Albertazzi, was performing The Devil with Tits. Suddenly I was surrounded by a throng of reporters, photographers and camera-wielding TV-crews. A passing tram stopped, unexpectedly, the driver stepped out to greet me, then all the passengers stepped out too, they applauded me, and everyone wanted to shake my hand and congratulate me ... when at a certain point they all stopped in their tracks and, as with a single voice, shouted "Where's Franca?". They began to holler "Francaaa" until, after a little while, she appeared. Discombobulated and moved to tears, she came down to embrace me.
At that moment, as if out of nowhere, a band appeared, playing nothing but wind instruments and drums. It was made up of kids from all parts of the city and, as it happened, they were playing together for the first time. They struck up "Porta Romana bella, Porta Romana" in samba beat. I've never heard anything played so out of tune, but it was the most beautiful music Franca and I had ever heard.
Believe me, this prize belongs to both of us.
Thank you.
Translated from Italian by Paul Claesson

  • Διάλεξη για το Νομπελ, 7 Δεκεμβρίου 1997
Contra Jogulatores Obloquentes
Against Jesters Who Defame and Insult
Ενάντια στους γελωτοποιούς που δυσφημίζουν και προσβάλουν
«Ενάντια στους γελωτοποιούς που δυσφημίζουν και προσβάλουν».  Νόμος που εκδόθηκε από τον Αυτοκράτορα Frederick II (Messina 1221), που διακηρύσσει ότι οποιοσδήποτε μπορεί να ασκήσει βία σε ένα γελωτοποιό χωρίς να υποστεί ποινή.
Οι ζωγραφιές που σας δείχνω είναι δικές μου.  Αντίγραφα αυτών, σε μικρή σμίκρυνση, έχουν μοιραστεί σε σας.
Για κάποιο διάστημα μου έχει γίνει συνήθεια να χρησιμοποιώ εικόνες όταν ετοιμάζω ένα λόγο: περισσότερο από το να το γράφω, τον εικονογραφώ.  Αυτό μου επιτρέπει να αυτοσχεδιάζω, να ασκώ τη φαντασία μου – και να σας υποχρεώνω να χρησιμοποιείτε τη δική σας.
Καθώς θα προχωράω, θα σας υποδεικνύω που βρισκόμαστε στο χειρόγραφο.  Έτσι δε θα χάσετε τον ειρμό.  Αυτό θα βοηθήσει όλους εσάς που δεν καταλαβαίνετε ούτε Ιταλικά ούτε Σουηδικά.  Οι αγγλόφωνοι θα έχουν ένα καταπληκτικό πλεονέκτημα ως προς τους υπόλοιπους γιατί θα φαντάζονται πράγματα που ούτε έχω πει ούτε έχω σκεφτεί.
Υπάρχει φυσικά το πρόβλημα των δύο γέλιων:  Αυτοί που καταλαβαίνουν ιταλικά θα γελάσουν αμέσως, εκείνοι που δεν καταλαβαίνουν θα πρέπει να περιμένουν της Anna [Barsotti] τη Σουηδική μετάφραση.  Κι ύστερα υπάρχουν και κάποιοι από σας που δε θα ξέρουν αν θα πρέπει να γελάσουν την πρώτη φορά ή τη δεύτερη.  Εν πάση περιπτώσει, ας ξεκινήσουμε.
Κυρίες και κύριοι, ο τίτλος που επέλεξα γι αυτή τη μικρή κουβέντα είναι "contra jogulatores obloquentes", που όλοι αναγνωρίζετε ότι είναι λατινικά, μεσαιωνικά λατινικά για να είμαι ακριβής.  Είναι ο τίτλος ενός νόμου που εκδόθηκε στη Σικελία το 1221 από τον Αυτοκράτορα Frederick II από τη Swabia, ένας αυτοκράτορας «χρισμένος από το θεό», που μάθαμε στο σχολείο να τον θεωρούμε ηγεμόνα εξαιρετικής διαφώτισης, ένας φιλελεύθερος.
 "Jogulatores obloquentes" σημαίνει «γελωτοποιοί που δυσφημούν και προσβάλλουν».  Ο ύποπτος νόμος επέτρεψε στον καθένα και σε όλους τους πολίτες να προσβάλουν τους γελωτοποιούς, να τους χτυπούν και ακόμα – αν είχαν διάθεση- να τους σκοτώνουν, χωρίς να διατρέχουν κανένα κίνδυνο να δικαστούν και να καταδικαστούν.  Βιάζομαι να σας διαβεβαιώσω ότι αυτός ο νόμος δεν ισχύει πια, άρα λοιπόν μπορώ να συνεχίσω με ασφάλεια.
Κυρίες και κύριοι,
Φίλοι μου, διαπρεπείς άνθρωποι των γραμμάτων, έχουν σε διάφορες ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές συνεντεύξεις δηλώσει: «Το ανώτατο βραβείο θα έπρεπε αναμφίβολα να έχει επιδοθεί στα μέλη της Σουηδικής Ακαδημίας, που είχαν το κουράγιο αυτό το χρόνο να βραβεύσουν με το Νόμπελ έναν γελωτοποιό».  Συμφωνώ.  Η δική σας είναι πράξη θάρρους οριακά προκλητική.
Αρκεί κανείς να κάνει μια εκτίμηση του θορύβου που έχει προκαλέσει: αξεπέραστοι ποιητές και συγγραφείς που ανήκουν στις ανώτατες κάστες, και οι οποίοι σπάνια ενδιαφέρονται για εκείνους που ζουν και μοχθούν σε πιο ταπεινά επίπεδα, ξαφνικά έπεσαν κάτω από κάποιου είδους ανεμοστρόβιλο.
Όπως είπα, επικροτώ και συμφωνώ με τους φίλους μου. 
Αυτοί οι ποιητές είχαν ήδη αναρριχηθεί στα Παρνασσιακά ύψη όταν εσείς, με την αυθάδειά σας, τους στείλατε αναποδογυρισμένους στη γη, όπου έπεσαν με τα μούτρα και την κοιλιά κάτω στη λάσπη της φυσιολογικής ζωής.
Προσβολές και ύβρεις εκσφενδονίστηκαν προς τη Σουηδική Ακαδημία, στα μέλη της και στους συγγενείς τους επτά γενεές πίσω.  Οι πιο άγριοι από αυτούς κραυγάζουν: «Κάτω ο Βασιλιάς…της Νορβηγίας!».  Φαίνεται ότι έκαναν λάθος με τη δυναστεία μέσα στη σύγχυση.
(Σ’ αυτό το σημείο μπορείτε να γυρίσετε τη σελίδα.  Όπως βλέπετε υπάρχει μια εικόνα ενός γυμνού ποιητή που αναποδογυρίζεται από ένα ανεμοστρόβιλο).
Κάποιοι προσγειώθηκαν αρκετά σκληρά στα μέλη τους.  Αυτές ήταν αναφορές ποιητών συγγραφέων των οποίων τα νεύρα και το συκώτι υπέφεραν τρομερά.  Για κάποιες μέρες μετά από αυτό δεν υπήρχε φαρμακείο στην Ιταλία που θα μπορούσε να βρει ούτε ένα ηρεμιστικό.
Αλλά, αγαπητά μέλη της Ακαδημίας, ας το παραδεχτούμε, αυτή τη φορά το παρακάνατε.  Εννοώ, μα ελάτε, πρώτα δίνετε βραβείο σε ένα μαύρο, εννοώ εκείνο τον εβραίο συγγραφέα.  Τώρα το δίνετε σε έναν κλόουν.  Τι δίνει;  Όπως λένε στη Νάπολη: pazziàmme?  Τα’ χουμε πια χάσει;
Επίσης ο υψηλόβαθμος κλήρος έχει υποστεί τις στιγμές της τρέλας τους.  Διάφοροι ηγεμόνες – σημαντικοί εκλέκτορες του Πάπα, επίσκοποι, καρδινάλιοι και ιεράρχες του Opus Dei – έχουν όλοι φτάσει στο ανώτατο όριο, στο σημείο που έχουν ακόμα και κάνει αίτηση για την επαναφορά του νόμου που επιτρέπει οι γελωτοποιοί να καίγονται στον πάσσαλο.  Σε σιγανή φωτιά.
Αντιστρόφως μπορώ να σας πω ότι υπάρχει ένας εκπληκτικός αριθμός ανθρώπων που πανηγυρίζουν μαζί μου με την επιλογή σας.  Κι έτσι σας φέρνω τις πιο θερμές ευχαριστίες, στο όνομα της πλειοψηφίας των μίμων, των γελωτοποιών, των κλόουν, των ακροβατών και των αφηγητών.
(Εδώ είμαστε τώρα).
Και μιλώντας για αφηγητές, δεν πρέπει να ξεχάσω εκείνους στις πικρές πόλεις στο Lago Maggiore που γεννήθηκα και μεγάλωσα, μια πόλη με πλούσια προφορική παράδοση.
 Ήταν οι μεγάλοι αφηγητές, οι δάσκαλοι υαλουργοί που με δίδαξαν εμένα και άλλα παιδιά τη δεξιοτεχνία, την τέχνη, περιστρεφόμενων φανταστικών νημάτων.  Θα τους ακούγαμε, να ξεσπούν σε γέλια – γέλια που θα καρφώνονταν στο λαιμό  μας όπως ο τραγικός υπαινιγμός που ξεπέρασε κάθε σαρκασμό που θα γινόταν ορατός σε μας.  Μέχρι αυτή τη μέρα κρατάω νωπό στο νου μου την ιστορία Rock of Caldé.
«Πριν πολλά χρόνια», άρχιζε ο υαλουργός, «ψηλά στην κορυφή αυτού του απόκρημνου λόφου που υψώνεται από τη λίμνη προς μια πόλη που λέγεται Caldé.  Όπως συνέβαινε, αυτή η πόλη που βρίσκεται σε ένα χαλαρό απόσχιση βράχου που σιγά- σιγά, μέρα με τη μέρα, γλιστρούσε προς τα κάτω προς τη χαράδρα.  Ήταν μια θαυμάσια μικρή πόλη, με ένα κωδωνοστάσιο, ένα οχυρωμένο πύργο στην κορυφή και ένα σύμπλεγμα σπιτιών, το ένα μετά το άλλο.  Ήταν μια πόλη που κάποτε υπήρχε και τώρα δεν υπάρχει πια.  Εξαφανίστηκε το 15ο αιώνα.
«Ε, φώναξαν οι χωρικοί και οι ψαράδες κάτω στην κοιλάδα από κάτω.  «Γλιστράς, θα πέσεις από κει».
«Αλλά οι γκρεμοί της πόλης δεν τους άκουγαν, γελούσαν μαζί τους και τους κορόιδευαν.  «Νομίζετε ότι είστε αρκετά έξυπνοι, προσπαθώντας να μας τρομάξετε για να φύγουμε από τα σπίτια μας και τη γη μας για να αρπάξετε εσείς.  Αλλά δεν είμαστε τόσο ανόητοι».
«Έτσι συνέχιζαν να κλαδεύουν τα αμπέλια τους, να σπέρνουν τα χωράφια τους, να παντρεύονται και να κάνουν έρωτα.  Πάνε με τη μάζα.  Ένιωθαν το βράχο να γλιστρά κάτω από τα σπίτια τους αλλά δεν το σκέφτονταν σοβαρά.  «Ο βράχος απλά κατακάθεται.  Απολύτως φυσιολογικό», είπαν, καθησυχάζοντας ο ένας τον άλλο.
Το μεγάλο απόσχιση του βράχου ήταν έτοιμο να βυθιστεί στη λίμνη.  «Προσέχετε, έχει φτάσει το νερό στους αστραγάλους σας», φώναζαν οι άνθρωποι κατά μήκος της όχθης.  «Ανοησίες, αυτό είναι αποχετευτικό νερό από τα σιντριβάνια, είναι απλά λίγη υγρασία»,  είπε ο λαός της πόλης, κι έτσι, σιγά –σιγά αλλά με σιγουριά, όλη η πόλη πνίγηκε στη λίμνη.
«Γουργουρίζουν… γουργουρίζουν …τσαλαβουτούν…βυθίζονται…σπίτια, άνδρες, γυναίκες, δυο άλογα, τρία γαϊδούρια…χιχο… γουργουρίζουν.  Απτόητοι, ο ιερέας συνέχισε να εξομολογεί μια καλόγρια: 'Te absolvi ... animus ... santi ... guurgle ... Aame ... gurgle ...'.  Ο πύργος εξαφανίστηκε, το κωδωνοστάσιο βυθίστηκε με τις καμπάνες και όλα: Ντονγκ…ντινγκ…ντοπ…πλοκ….
«Ακόμα και σήμερα», συνέχισε ο υαλουργός, «αν κοιτάξεις κάτω μέσα στο νερό από εκείνη την προεξοχή που ακόμα προβάλλει από τη λίμνη, και αν την ίδια στιγμή ξεσπάσει ένας κεραυνός, και η αστραπή φωτίσει το βυθό της λίμνης, μπορείς ακόμα να δεις – όσο απίστευτο κι αν φαίνεται! – τη βυθισμένη πόλη, με τους δρόμους της ακόμα άθικτους κι ακόμα και τους ίδιους τους κατοίκους, να περπατούν και να επαναλαμβάνουν στους εαυτούς τους: «Τίποτα δεν έχει συμβεί».  Τα ψάρια κολυμπούν πίσω και μπροστά στα μάτια τους, ακόμα και μέσα στ’ αυτιά τους.   Όμως απλά τα αγνοούν: «Δεν υπάρχει καμία ανησυχία.  Είναι κάποιο είδος ψαριού που έχει μάθει να κολυμπάει στον αέρα».
 «Αψού!» «Ο θεός να σ’ ευλογεί!». «Ευχαριστώ…έχει λίγη υγρασία σήμερα…περισσότερο από χτες…αλλά όλα είναι μια χαρά».  Έχουν πιάσει πάτο, αλλά σε ότι τους αφορά, δεν έχει συμβεί τίποτα απολύτως».
Όσο ανησυχητικό κι αν είναι, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένα παραμύθι σαν αυτό έχει κάτι ακόμα να μας πει.
Επαναλαμβάνω, οφείλω πολλά σε αυτούς τους δεξιοτέχνες υαλουργούς μου, κι εκείνοι – σας διαβεβαιώνω – είναι πάρα πολύ ευγνώμονες σε εσάς, μέλη αυτής της Ακαδημίας, που ανταμείβετε έναν από τους μαθητές τους.
Και εκφράζουν την ευγνωμοσύνη τους με εκρηκτικά μεγάλο ενθουσιασμό/  στην πόλη μου, οι άνθρωποι ορκίζονται πως τη νύχτα που έφτασαν τα νέα ότι σε ένα από τους αφηγητές τους θα απένειμαν το Νόμπελ Λογοτεχνίας, ένα καμίνι που έμενε παγωμένο για περίπου πενήντα χρόνια ξαφνικά εξερράγη με μια ομοβροντία από φλόγες, που ράντισε ψηλά τον ουρανό – όπως το φινάλε των πυροτεχνημάτων – μυριάδες θραύσματα πολύχρωμου γυαλιού, που έπεσαν στην επιφάνεια της λίμνης, απελευθερώνοντας ένα αξιοθαύμαστο σύννεφο ατμού.
(Ενώ χειροκροτείτε, θα πιω μια γουλιά νερό.  [Προς το μεταφραστή:] Θα θέλατε λίγο;
Είναι σημαντικό να μιλάτε μεταξύ σαν την ώρα που πίνουμε νερό, γιατί αν προσπαθείτε να ακούσετε το γουργουρητό που κάνει το νερό όπως το καταπίνουμε θα πνιγούμε και θα αρχίσουμε να βήχουμε.  Έτσι αντ’ αυτού μπορείτε να αρχίσετε να ανταλλάσετε καλά λόγια όπως «Τι υπέροχη βραδιά, δεν είναι;»
 Τέλος διαλείμματος: γυρίζουμε σε μια καινούρια σελίδα, αλλά μην ανησυχείτε, θα πάει πιο γρήγορα από δω και πέρα.
Πέρα από όλα τα άλλα, αυτή τη βραδιά δικαιούστε τα μεγαλόφωνα και σοβαρά ευχαριστήρια ενός εκπληκτικού κυρίαρχου της σκηνής, λίγο γνωστού όχι μόνο σε σας και στους ανθρώπους στη Γαλλία, στη Νορβηγία, στη Φιλανδία…αλλά ακόμα και στους ανθρώπους στην Ιταλία.    Παρ' όλα αυτά ήταν, μέχρι το Shakespeare, αναμφίβολα ο σπουδαιότερος θεατρικός συγγραφέας της αναγεννησιακής Ευρώπης.  Αναφέρομαι στον Ruzzante Beolco, ο μεγαλύτερός μου δάσκαλος μαζί με το Μολιέρο: και οι δύο ηθοποιοί – θεατρικοί συγγραφείς, και οι δύο αντικείμενα χλευασμού από τους ηγέτες των γραμμάτων της εποχής τους.  Πάνω απ’ όλα, τους μισούσαν που έφερναν στη σκηνή την καθημερινή ζωή, τις χαρές και την απόγνωση των κοινών ανθρώπων, την υποκρισία και την αλαζονεία των υψηλών και δυνατών, και την αδιάλειπτη αδικία.  Και το μεγαλύτερο και ασυγχώρητο τους λάθος ήταν αυτό: στο να λένε αυτά τα πράγματα, έκαναν τους ανθρώπους να γελάνε.  Το γέλιο δεν ευχαριστεί τους δυνατούς.
Ο Ruzzante, ο πραγματικός πατέρας της Commedia dell'Arte, κατασκεύασε επίσης μια δική του γλώσσα, μια γλώσσα του θεάτρου και για το θέατρο, βασισμένη σε μια ποικιλία γλωσσών: τις διαλέκτους της Κοιλάδας Po, εκφράσεις στα Λατινικά, στα Ισπανικά, ακόμα και στα Γερμανικά, όλα αναμιγμένα με ονοματοποιημένους ήχους δικής του επινόησης.  Είναι απ’ αυτόν, από τον Beolco Ruzzante, που έχω μάθει να απελευθερώνω τον εαυτό μου από τη συμβατική λογοτεχνική γραφή και να εκφράζομαι με λέξεις που μπορεί κανείς να μασήσει, με ασυνήθιστους ήχους, με διάφορες τεχνικές ρυθμού και αναπνοής, ακόμα και με τον ασυνάρτητο και ακατάληπτο λόγο του grammelot(ένα στυλ γλώσσας που χρησιμοποιείται στο σατυρικό θέατρο μαζί με παντομίμα και μιμητισμό).
 Επιτρέψτε μου να αφιερώσω ένα μέρος αυτού του περίβλεπτου βραβείου στο Ruzzante.
Λίγες μέρες πριν, ένας νέος ηθοποιός με μεγάλο ταλέντο μου είπε: «Δάσκαλε, θα έπρεπε να προσπαθήσεις να προβάλλεις την ενέργειά σου, τον ενθουσιασμό σου, στους νέους ανθρώπους.  Πρέπει να τους δώσεις αυτή σου τη φόρτιση.  Πρέπει να μοιραστείς την επαγγελματική γνώση και εμπειρία μαζί τους».  Η Φράνκα – αυτή είναι η γυναίκα μου- κι εγώ κοιταχτήκαμε και είπαμε: «Έχει δίκιο».  Αλλά όταν διδάσκουμε σε άλλους την τέχνη μας, και μοιραζόμαστε αυτή τη φόρτιση της ενέργειας, ποιο σκοπό θα υπηρετήσει;  Που θα οδηγήσει;
Τους προηγούμενους δύο μήνες, η Φράνκα κι εγώ επισκεφτήκαμε ένα αριθμό πανεπιστημιουπόλεων για να κάνουμε εργαστήρια και σεμινάρια σε νεανικά κοινά.  Ήταν εκπληκτικό – για να μην πω ενοχλητικό- να ανακαλύπτει κανείς την άγνοιά τους για τους καιρούς που ζούμε.  Τους είπαμε για τις διαδικασίες που βρίσκονται τώρα σε εξέλιξη στην Τουρκία εναντίον των κατηγορουμένων ενόχων για τη σφαγή στο Sivas.  Τριάντα επτά από τους πιο δημοκρατικούς πνευματικούς ανθρώπους της χώρας, που συναντήθηκαν στην πόλη της ανατολής για να γιορτάσουν τη μνήμη ενός διάσημου γελωτοποιού του μεσαίωνα της Οθωμανικής περιόδου, κάηκαν ζωντανοί στο σκοτάδι της νύχτας, παγιδευμένοι μέσα στο ξενοδοχείο τους.  Η φωτιά ήταν έργο μιας ομάδας φανατικών φονταμενταλιστών που απολάμβαναν την προστασία από στοιχεία της ίδιας της κυβέρνησης.  Μέσα σε μια νύχτα, τριάντα επτά από τους πιο διάσημους ανθρώπους της χώρας καλλιτέχνες, συγγραφείς, σκηνοθέτες, ηθοποιοί και Κούρδοι χορευτές σβήστηκαν απ’ το χάρτη.
Με ένα χτύπημα αυτοί οι φανατικοί κατέστρεψαν κάποιους από τους πιο σημαντικούς συμμάχους της Τουρκικής κουλτούρας.
Χιλιάδες μαθητές μας άκουσαν.  Το βλέμμα στα πρόσωπά τους έδειχνε την κατάπληξή τους και την δυσπιστία τους.  Δεν είχαν ακούσει ποτέ για τη σφαγή.  Αλλά αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο είναι ότι ούτε οι δάσκαλοι ούτε οι καθηγητές τους που ήταν παρόντες δεν είχαν ακούσει γι’ αυτό.  Εκεί είναι η Τουρκία στη Μεσόγειο, κυριολεκτικά μπροστά μας, που επιμένει να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κι όμως κανένας δεν είχε ακούσει για τη σφαγή.  O Salvini ένας διαπρεπής Ιταλικός δημοκράτης, ήταν σωστός στο εξής σημείο όταν παρατήρησε:  «Η πλατιά διαδεδομένη άγνοια των γεγονότων είναι το κυρίαρχο στήριγμα της αδικίας».  Αλλά αυτή η έλλειψη σκέψης από την πλευρά των νέων έχει δοθεί από εκείνους που είναι υπεύθυνοι να τους μορφώσουν και να τους ενημερώσουν: ανάμεσα στους άνοες και στους απληροφόρητους, οι δάσκαλοι και οι άλλοι εκπαιδευτικοί αξίζουν την πρώτη αναφορά.
 Οι νέοι άνθρωποι εύκολα υποκύπτουν στο βομβαρδισμό από  περιττές κοινοτοπίες και χυδαιότητες που τους σερβίρονται κάθε μέρα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης:  άψυχες τηλεοπτικές ταινίες δράσης όπου σε διάστημα δέκα λεπτών τους κερνάνε τρεις βιασμούς, δύο δολοφονίες, ένα ξυλοδαρμό και ένα κατά συρροή αυτοκινητιστικό δυστύχημα με δέκα οχήματα σε μια γέφυρα που ύστερα καταρρέει, πάνω στην οποία όλα – αυτοκίνητα, οδηγοί και περαστικοί – γκρεμίζονται μέσα στη θάλασσα… μόνο ένας άνθρωπος επιβιώνει από την πτώση, αλλά δεν ξέρει να κολυμπήσει κι έτσι πνίγεται, με τους ευφημισμούς του πλήθους των περίεργων θεατών που ξαφνικά εμφανίστηκαν στη σκηνή.
Σε κάποιο άλλο πανεπιστήμιο διακωμωδήσαμε το εγχείρημα – δυστυχώς ενώ ήταν υπό εξέλιξη – της διαχείρισης γενετικού υλικού, ή ειδικότερα, η πρόταση από την Ευρωπαϊκή Βουλή για να επιτρέψει κατοχύρωση πατέντας για ζωντανούς οργανισμούς.  Μπορούσαμε να νοιώσουμε πώς το θέμα έκανε το κοινό να ανατριχιάσει.  Η Φράνκα κι εγώ εξηγήσαμε πώς οι Ευρωκράτες μας, παρακινημένοι από παντοδύναμες και πανταχού παρούσες πολυεθνικές, ετοιμάζουν ένα σχήμα που αξίζει να γίνει σενάριο για ταινία επιστημονικής φαντασίας – τρόμου με τον τίτλο «Ο αδελφός-γουρούνι του Φρανκεστάιν».  Προσπαθούν να πάρουν την έγκριση μιας κατευθυντήριας γραμμής η οποία (και καταλάβετέ το αυτό!) θα έδινε την άδεια στις βιομηχανίες να πάρουν πατέντες πάνω σε ζωντανούς οργανισμούς, ή σε μέλη τους, φτιαγμένες με  τεχνικές γενετικού χειρισμού που φαίνεται να τα έχουν πάρει απευθείας από το "The Sorcerer's Apprentice".
Μ’ αυτό τον τρόπο θα έπρεπε να δουλεύει:  με το χειρισμό της γενετικής σύστασης ενός γουρουνιού, ένας επιστήμονας τα καταφέρνει να κάνει το γουρούνι να μοιάζει περισσότερο με άνθρωπο.  Με αυτή τη διευθέτηση γίνεται ακόμα πιο εύκολο να αφαιρέσει κανείς από το γουρούνι το όργανο της επιλογής του – ένα συκώτι, ένα νεφρό – και να το μεταμοσχεύσει σε ένα άνθρωπο.  Αλλά για να βεβαιωθεί κανείς ότι τα μεταμοσχευμένα όργανα του γουρουνιού δε θα απορριφθούν, είναι επίσης αναγκαίο να μεταφερθούν συγκεκριμένα κομμάτια γενετικής πληροφορίας από το γουρούνι στον άνθρωπο.  Το αποτέλεσμα:  ένα ανθρώπινο γουρούνι (αν και θα πεις ότι υπάρχουν ήδη πολλά από αυτά).
Και κάθε κομμάτι αυτού του καινούριου πλάσματος, αυτό το ανθρωπόμορφο γουρούνι, θα υπόκειται σε νόμους πατέντας, και ο οποιοσδήποτε επιθυμεί ένα κομμάτι από αυτό θα πρέπει να πληρώσει τέλη δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στην εταιρία που το «εφηύρε».  Δευτερογενείς αρρώστιες, τερατομορφίες, μεταδοτικές ασθένειες – είναι όλες προαιρετικές και περιλαμβάνονται στην τιμή…
Ο Πάπας έχει με σθένος καταδικάσει αυτή την τερατώδη γενετική μαγεία.  Την έχει αποκαλέσει προσβολή ενάντια στην ανθρωπότητα, ενάντια στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου, και έχει προσπαθήσει σκληρά να υπογραμμίσει την πλήρη και αδιαμφισβήτητη έλλειψη ηθικής αξίας του εγχειρήματος.
Το εκπληκτικό είναι ότι ενώ αυτό συμβαίνει, ένας Αμερικανός επιστήμονας, ένας αξιόλογος μάγος – πιθανότατα θα έχετε διαβάσει γι αυτόν από τις εφημερίδες – πέτυχε τη μεταμόσχευση κεφαλής ενός μπαμπουίνου.  Έκοψε τα κεφάλια δύο μπαμπουίνων και τα άλλαξε.  Οι μπαμπουίνοι δεν ένιωθαν τόσο καλά μετά την εγχείρηση.  Στην πραγματικότητα, τους άφησε παράλυτους, και πέθαναν και οι δύο λίγο μετά από αυτό, αλλά το πείραμα πέτυχε, και αυτό είναι το σημαντικότερο.
 Αλλά εδώ είναι η δυσκολία: αυτός ο μοντέρνος Frankenstein, ένας συγκεκριμένος Professor White, είναι όλο αυτό το διάστημα ένα εξέχον μέλος της Ακαδημίας των Επιστημών του Βατικανού.  Κάποιος πρέπει να προειδοποιήσει τον Πάπα.
Έτσι, κάναμε αυτές τις εγκληματικές φάρσες στα παιδιά στα πανεπιστήμια, και γέλασαν απίστευτα.  Έλεγαν για μένα και τη Φράνκα:  «Είναι ταραχοποιά στοιχεία, επινοούν τις πιο φανταστικές ιστορίες».  Ούτε για μια στιγμή, ούτε με μια ανατριχίλα στην πλάτη του, δεν αντιλήφθηκαν ότι οι ιστορίες που τους είπαμε ήταν αληθινές.
 Αυτές οι συναντήσεις μας ενδυνάμωσαν ως προς την πεποίθησή μας ότι η δουλειά μας είναι- σχετικά με την προώθηση του μεγάλου ιταλού ποιητή Savinio – «για να πούμε τη δική μας ιστορία».    Η αρμοδιότητά μας ως πνευματικοί άνθρωποι, ως άνθρωποι που ανεβαίνουν στον άμβωνα ή στη σκηνή, και οι οποίοι, το σημαντικότερο, απευθύνονται στους νέους ανθρώπους, η αποστολή μας είναι όχι μόνο να τους διδάξουμε τη μέθοδο, όπως πώς να χρησιμοποιούν τα χέρια, πώς να ελέγχουν την αναπνοή, πώς να χρησιμοποιούν το στομάχι, τη φωνή, το falsetto(ψιλή φωνή), το contracampο.  Δεν αρκεί να διδάξει κανείς μια τεχνική ή ένα στυλ:  πρέπει να δείξουμε τι συμβαίνει γύρω μας.  Πρέπει να μπορούν να πουν τη δική τους ιστορία.  Μια θεατρική, μια λογοτεχνική, μια καλλιτεχνική έκφραση που δε μιλά για την εποχή της δεν έχει καμία σχέση.
Πρόσφατα, πήρα μέρος σε ένα μεγάλο συνέδριο με πολλούς ανθρώπους όπου προσπάθησα να εξηγήσω, ειδικότερα στους νεότερους συμμετέχοντες, τις λεπτομέρειες μιας συγκεκριμένης δικαστικής υπόθεσης στην Ιταλία.  Η αρχική υπόθεση κατέληξε σε επτά ξεχωριστές διαδικασίες, στο τέλος των οποίων τρεις Ιταλοί αριστεροί πολιτικοί καταδικάστηκαν σε 21 χρόνια φυλάκιση έκαστος, κατηγορούμενοι για τη δολοφονία ενός ανώτερου αστυνομικού.  Μελέτησα τα έγγραφα της υπόθεσης – όπως έκανα όταν προετοίμασα τον Τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού – και στο συνέδριο εξιστόρησα τα γεγονότα που αναφέρονταν σε αυτό, που είναι στ’ αλήθεια αρκετά παράλογα, ακόμα και κωμικά.  Αλλά σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο αντιλήφθηκα ότι μιλούσα σε κουφά αυτιά, για τον απλό λόγο ότι το κοινό μου αγνοούσε όχι μόνο την ίδια την υπόθεση, αλλά και ότι είχε συμβεί πέντε χρόνια νωρίτερα, δέκα χρόνια νωρίτερα: τη βία, την τρομοκρατία.  Δεν ήξεραν τίποτα για τις σφαγές που συνέβησαν στην Ιταλία, τα τρένα που εξερράγησαν, τις βόμβες στις πλατείες ή τις κωμικές δικαστικές υποθέσεις που τραβάνε από τότε.
Το τραγικά δύσκολο πράγμα είναι ότι για να μιλήσει κανείς γι αυτά που συμβαίνουν σήμερα, πρέπει να ξεκινήσω με το τι συνέβη πριν 30 χρόνια και μετά να συνεχίσω με τον τρόπο μου μπροστά.  Δεν αρκεί να μιλήσω για το παρόν. Και προσέξτε, δεν πρόκειται μόνο για την Ιταλία: το ίδιο συμβαίνει παντού, σε όλη την Ευρώπη.  Προσπάθησα και στην Ισπανία και συνάντησα την ίδια δυσκολία, προσπάθησα στη Γαλλία, στη Γερμανία, δεν έχω ακόμα προσπαθήσει στη Σουηδία, αλλά θα το κάνω.
Καταλήγοντας, θέλω να μοιραστώ αυτό το μετάλλιο με τη Φράνκα.
Τη Φράνκα Ραμε, η σύντροφός μου στη ζωή και στην τέχνη που εσείς, μέλη της Ακαδημίας, αναγνωρίζετε στο κίνητρό σας για το βραβείο ως ηθοποιού και συγγραφέα, που είχε βοήθεια σε πολλά από τα κείμενα του θεάτρου μας.

(Αυτή τη στιγμή η Φράνκα είναι σε μια σκηνή σε ένα θέατρο στην Ιταλία και θα με βρει μεθαύριο.  Η πτήση της φτάνει το μεσημέρι, αν θέλετε μπορούμε όλοι μαζί να κατευθυνθούμε στο αεροδρόμιο για να την παραλάβουμε).
Η Φράνκα έχει ένα πολύ οξύ πνεύμα, σας διαβεβαιώνω.  Ένας δημοσιογράφος της έθεσε το ακόλουθο ερώτημα: «Λοιπόν, πώς νιώθετε που είστε η γυναίκα ενός βραβευθέντα με Νόμπελ;  Που έχετε ένα μνημείο μέσα στο σπίτι σας;».  Στο οποίο απάντησε:  «Δεν ανησυχώ.  Ούτε νιώθω καθόλου μειονεκτικά, εξασκούμαι σ’ αυτό για πολύ καιρό.  Κάνω τις ασκήσεις μου κάθε πρωί: χέρια πόδια, και μ’ αυτό τον τρόπο έχω συνηθίσει να είμαι βάθρο για ένα μνημείο.  Είμαι πολύ καλή σ’ αυτό».
Όπως είπα, έχει ένα οξύ πνεύμα.  Κατά καιρούς ακόμα στρέφει την ειρωνεία της και στον εαυτό της.
Χωρίς εκείνη στο πλευρό μου, όπου βρίσκεται μια ολόκληρη ζωή, δε θα είχα ποτέ πραγματοποιήσει τη δουλειά που βλέπετε να έχει χωρέσει για να τιμηθεί.  Μαζί έχουμε ανεβάσει στη σκηνή και έχουμε αποστηθίσει χιλιάδες παραστάσεις, σε θέατρα, σε εργοστάσια, σε καταλήψεις πανεπιστημίων, ακόμα και σε αποχαρακτηρισμένες εκκλησίες, σε φυλακές, σε πάρκα πόλεων, σε ήλιο και σε βροχή, πάντα μαζί.  Έπρεπε να ανεχτούμε τις ύβρεις και τις επιθέσεις της αστυνομίας, προσβολές από δεξιούς, και βία.  Και ήταν η Φράνκα που έπρεπε να υπομείνει την πιο φρικτή επίθεση.  Έπρεπε να πληρώσει πιο ακριβά από τον καθένα από μας, βάζοντας τη σωματική της ακεραιότητα σε κίνδυνο, για την αλληλεγγύη με τους ταπεινούς και δαρμένους που ήταν η υπόθεσή μας.
Τη μέρα που ανακοινώθηκε ότι επρόκειτο να μου απονεμηθεί το Βραβείο Νόμπελ βρέθηκα μπροστά από το θέατρο στη Via di Porta Romana στο Μιλάνο όπου η Φράνκα, μαζί με τον Giorgio Albertazzi, ανέβαζαν την παράσταση The Devil with Tits.  Ξαφνικά περικυκλώθηκα από ένα συρφετό δημοσιογράφων , φωτογράφων και τηλεοπτικά συνεργεία με κάμερες.  Ένα τραμ που περνούσε σταμάτησε, αναπάντεχα, ο οδηγός βγήκε έξω για να με χαιρετήσει, κι έπειτα κι όλοι οι επιβάτες βγήκαν έξω επίσης, με χειροκρότησαν, και όλοι ήθελαν να ανταλλάξουμε χειραψία και να με συγχαρούν…όταν σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή όλοι σταμάτησαν στην πορεία τους και, με μια φωνή φώναξαν «Που είναι η Φράνκα;».  Άρχισαν να φωνάζουν «Φράνκααα» μέχρι που, έπειτα από λίγο, εμφανίστηκε.  Σαστισμένη και με δάκρυα στα μάτια, ήρθε κάτω για να με αγκαλιάσει.
Σ’ εκείνη τη στιγμή, σαν από το πουθενά, εμφανίστηκε ένα συγκρότημα, που έπαιζε μόνο πνευστά όργανα και κρουστά.  Φτιάχτηκε από παιδιά από όλα τα μέρη της πόλης και, όπως συνέβη, έπαιζαν μαζί για πρώτη φορά.  Άρχισαν να παίζουν "Porta Romana bella, Porta Romana" σε ρυθμό σάμπα.  Δεν είχα ακούσει ποτέ κάτι να ναι τόσο εκτός ρυθμού, αλλά ήταν η ομορφότερη μουσική που είχαμε ακούσει ποτέ η Φράνκα κι εγώ.
Πιστέψτε με αυτό το βραβείο ανήκει και στους δυο μας.
Σας ευχαριστώ.
Μεταφρασμένο από τα Ιταλικά από τον Paul Claesson.