Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

BANQUET SPEECH OF SELMA LAGERLOF-Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ ΤΗΣ SELMA LAGERLOF

Banquet Speech of Selma Lagerlöf

Ο λόγος του συμποσίου της Selma Lagerlöf

Ο λόγος της
Selma Lagerlöf στο Συμπόσιο για το Νόμπελ στο Grand Hôtel, στη Στοκχόλμη, 10 Δεκεμβρίου 1909 (Από αγγλική μετάφραση του πρωτότυπου στα Σουηδικά).
Λίγες μέρες νωρίτερα καθόμουν στο τρένο, με προορισμό τη Στοκχόλμη.  Ήταν νωρίς το βράδυ, υπήρχε λιγοστό φως στο βαγόνι μου και απολύτως κανένας έξω.  Οι συνεπιβάτες μου έπαιρναν τον υπνάκο τους στην αντίστοιχη γωνιά τους, και ήμουν πολύ ήσυχη, ακούγοντας το κροτάλισμα του τρένου. 
Και τότε άρχισα να σκέφτομαι όλες τις άλλες φορές που είχα έρθει στη Στοκχόλμη. Είχα συνήθως να κάνω κάτι δύσκολο – να περάσω από εξετάσεις ή να βρω εκδότη για τα γραπτά μου.  Και τώρα ερχόμουν για να πάρω ένα Βραβείο στη Λογοτεχνία.  Αυτό, επίσης, σκεφτόμουν ότι θα ήταν δύσκολο. 
Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτού του φθινοπώρου είχα μείνει στο παλιό μου σπίτι στο Varmland σε απόλυτη μοναξιά, και τώρα έπρεπε να παρουσιαστώ μπροστά σε τόσο κόσμο.  Είχα γίνει ντροπαλή στη φασαρία της ζωής μέσα στη μοναχική μου απόσυρση και ήμουν φοβισμένη στη σκέψη του να αντιμετωπίσω τον κόσμο. 
Βαθιά μέσα μου, πάντως, υπήρχε μια καταπληκτική χαρά για να πάρω αυτό το Βραβείο, και προσπάθησα να αποβάλλω το άγχος μου με το να σκέφτομαι αυτούς που θα χαίρονταν με την καλή μου τύχη.  Ήταν οι καλοί μου φίλοι, οι αδελφοί και οι αδελφές μου και, πρώτα και κύρια, η ηλικιωμένη μητέρα μου η οποία, παρέμεινε στο σπίτι, και ήταν ευτυχισμένη που έζησε για να δει αυτή τη μέρα.
Μα τότε σκέφτηκα τον πατέρα μου και ένιωσα μια βαθιά θλίψη που δεν ήταν πια ζωντανός, και ότι δεν μπορούσα να πάω σ’ εκείνον και να του πω ότι βραβεύτηκα με το Βραβείο Νόμπελ.  Ήξερα ότι κανείς δε θα’ ταν πιο ευτυχισμένος από κείνον αν το άκουγε.  Δεν έχω ποτέ γνωρίσει κανέναν που να έχει τέτοια αγάπη και σεβασμό για τη γραφή και τους δημιουργούς της, και εύχομαι να μπορούσε να είχε μάθει ότι η Σουηδική Ακαδημία μου έχει απονείμει αυτό το σημαντικό Βραβείο.  Ναι, ήταν μεγάλη θλίψη για μένα που δεν μπορούσα να του το πω. 
Οποιοσδήποτε έχει κάνει ποτέ σε τρένο καθώς τρέχει μέσα στη σκοτεινή νύχτα θα ξέρει ότι κάποιες φορές τα λεπτά κυλούν αργά καθώς τα βαγόνια γλιστρούν μαλακά χωρίς πολύ φόβο.   Όλα τα φρου - φρου και η φασαρία σταματούν και ο ήχος από τους τροχούς γίνεται μια κατευναστική, και γαλήνια μελωδία..  Τα βαγόνια φαίνεται να μην τρέχουν πια πάνω στις ράγες και τα βαγόνια δε γλιστρούν παρά στο χώρο.  Λοιπόν, έτσι ήταν καθώς καθόμουν εκεί και σκεφτόμουν πόσο θα ήθελα να δω τον ηλικιωμένο πατέρα μου ξανά.  Τόσο φωτισμένη και αθόρυβη ήταν η κίνηση του τρένου που μόλις και μπορούσα να φανταστώ ότι ήμουν στη γη.  Και έτσι ξεκίνησα να ονειροπολώ: «Απλά σκέψου, αν θα συναντούσα τον Πατέρα μου στον Παράδεισο! Φαίνεται ότι έχω ακούσει να συμβαίνουν τέτοια πράγματα σε άλλους ανθρώπους – γιατί, τότε, όχι και σ’ εμένα;».  Το τρένο συνέχισε να γλιστρά αλλά είχε μακρύ δρόμο να διανύσει ακόμα, και οι σκέψεις μου έτρεχαν μπροστά απ’ αυτό.  Ο πατέρας μου σίγουρα θα καθόταν σε μια κουνιστή πολυθρόνα σε μια βεράντα, με κήπο γεμάτο λιακάδα και  λουλούδια και πουλιά μπροστά του.  Θα διαβάζει Fritjofs saga, φυσικά, αλλά όταν με δει θα κατεβάσει το βιβλίο του, θα τραβήξει τα γυαλιά του ψηλά πάνω στο κούτελό του, και θα σηκωθεί και θα περπατήσει προς το μέρος μου.  Θα πει, «Καλημέρα, κόρη μου, είμαι πολύ  χαρούμενος που σε βλέπω», ή «Γιατί είσαι εδώ και πώς είσαι παιδί ,μου», ακριβώς όπως συνήθιζε να λέει πάντα.   
Θα βολευτεί πάλι πίσω στην κουνιστή του πολυθρόνα και μόνο τότε θα αρχίσει να αναρωτιέται γιατί έχω πάει να τον δω. «Είσαι σίγουρη ότι δε χάνω κάτι;» θα ρωτήσει ξαφνικά.  «Όχι, Πατέρα, όλα είναι καλά», θα απαντήσω.  Αλλά τότε, τη στιγμή που θα είμαι έτοιμη να του ανακοινώσω τα νέα θα αποφασίσω να μην τα αποκαλύψω λίγο ακόμα και να δοκιμάσω την έμμεση προσέγγιση «Έχω έρθει για να ζητήσω τη συμβουλή σου, Πατέρα», θα πω, «γιατί έχω ένα βαρύ χρέος». 
«Πολύ φοβάμαι ότι δε θα μπορέσω να σε βοηθήσω και πολύ γι’ αυτό το ζήτημα», θα απαντήσει ο Πατέρας.  «Κάποιος μπορεί να πει γι αυτό το μέρος ότι, όπως άλλες εκτάσεις στο Värmland, έχει τα πάντα εκτός από λεφτά».
«Α, μα δεν είναι λεφτά που χρωστώ, Πατέρα» «Μα αυτό είναι ακόμα χειρότερο», θα πει ο Πατέρας.  «Να ξεκινάς σωστά από την αρχή κόρη». 
«Δε ζητάω να κάνεις πολλά για να βοηθήσεις, Πατέρα, γιατί ήταν όλα δικός σου λάθος ευθύς εξαρχής.  Θυμάσαι πώς συνήθιζες να παίζεις το πιάνο και να τραγουδάς τα τραγούδια του Bellman σε μας τα παιδιά και με ποιο τρόπο, τουλάχιστον δύο φορές κάθε χειμώνα, μας άφηνες να διαβάζουμε Tegnér και Runeberg και Andersen?  Ήταν τότε που ενέπεσα στο χρέος.  Πατέρα, πώς θα μπορέσω ποτέ να τους το ξεπληρώσω που με δίδαξαν να αγαπώ τα παραμύθια και τα έπη των ηρώων, τη γη στην οποία ζούμε και όλη τη ζωή μας, σε όλη της την αθλιότητα και τη δόξα;» 
Ο Πατέρας θα ορθωθεί στην κουνιστή του πολυθρόνα και θα αποκτήσει ένα υπέροχο βλέμμα στα μάτια του.  «Είμαι χαρούμενος που σε έβαλα σ’ αυτό το χρέος», θα πει.  «Ναι, μπορεί να έχεις δίκιο Πατέρα, Όμως θυμήσου πως  δεν είναι μονάχα αυτό.  Σκέψου πόσους πιστωτές έχω.  Σκέψου αυτούς τους φτωχούς, άστεγους περιπλανώμενους που ταξίδευαν πάνω κάτω στο Värmland όταν ήσουν νέος, κάνοντας τον καραγκιόζη και τραγουδώντας όλα αυτά τα τραγούδια.  Τι χρωστάω σ’ αυτούς, στις αταξίες τους και στις τρελές φάρσες τους!  Και οι ηλικιωμένοι άντρες και γυναίκες που κάθονταν στα μικρά γκρίζα χωριατόσπιτά τους καθώς ένας ξεπηδούσε από το δάσος, λέγοντάς μου υπέροχες ιστορίες για πνεύματα του νερού και για ξωτικά και μαγεμένες παρθένες που παρασύρονταν στα βουνά.  Ήταν εκείνοι που με δίδαξαν ότι υπάρχει ποίηση στους σκληρούς βράχους και στα μαύρα δάση.  Και σκέψου, Πατέρα, όλους αυτούς τους χλωμούς, με τα κούφια μάγουλα μοναχούς και καλόγριες στα σκοτεινά τους μοναστήρια , τα οράματα που έβλεπαν και τις φωνές που άκουγαν.  Έχω δανειστεί από το θησαυρό των θρύλων τους. Και οι δικοί μας χωρικοί που πήγαν στην Ιερουσαλήμ – δεν τους χρωστώ τίποτα που μου έδωσαν τέτοια ένδοξα κατορθώματα για να γράψω γι’ αυτά;  Και δεν είμαι υπόχρεη μόνο στους ανθρώπους, αλλά και σε όλη τη φύση επίσης.  Τα ζώα που περπατούν στη γη, τα πουλιά στον ουρανό, τα δέντρα και τα λουλούδια, μου’ χουν πει όλα κάποια από τα μυστικά τους».
Ο Πατέρας θα χαμογελάσει και θα κουνήσει το κεφάλι του και δε θα φαίνεται καθόλου ανήσυχος.  «Μα δεν καταλαβαίνεις, Πατέρα, ότι κουβαλώ ένα πολύ μεγάλο βάρος χρέους;» θα πω, και θα φαίνομαι όλο και πιο σοβαρή.  Κανένας στη γη δεν ξέρει πώς θα μπορέσω να το ξεπληρώσω αυτό, αλλά σκέφτηκα ότι εσύ, στον Παράδεισο, θα ήξερες». «Ξέρουμε», θα πει ο Πατέρας και θα είναι τόσο ξέγνοιαστος και χαλαρός όσο ήταν πάντα.  «Μη φοβηθείς ποτέ παιδί μου, υπάρχει θεραπεία για το πρόβλημά σου». 
«Ναι, Πατέρα, αλλά δεν είναι μόνο αυτό.  Έχω επίσης ένα βαρύ χρέος σε αυτούς που έχουν διαμορφώσει και πλάσει τη γλώσσα μας για να είναι ένα καλό όργανο, και με δίδαξαν να τη χρησιμοποιώ.  Και στη συνέχεια, δεν έχω χρέος σ’ εκείνους που έχουν γράψει πρόζα και στίχο πριν την εποχή τη δική μου, που έχουν μετατρέψει το γράψιμο σε τέχνη, τους λαμπαδηδρόμους και τους ιχνηλάτες;  Οι μεγάλοι Νορβηγοί, οι μεγάλοι Ρώσοι που έγραψαν όταν ήμουν παιδί, δεν τους έχω χιλιάδες χρέη;  Αν δεν είχα ζήσει στην εποχή στην οποία η λογοτεχνία της χώρας μου έχει φτάσει στο υψηλότερο σημείο της,  να παρατηρώ τους μαρμάρινους αυτοκράτορες του Rydberg(http://en.wikipedia.org/wiki/Viktor_Rydberg), τον κόσμο της ποίησης του Snoilsky(http://en.wikipedia.org/wiki/Carl_Snoilsky), τους λόφους του Strindberg(http://en.wikipedia.org/wiki/August_Strindberg), την αγροτιά του Geijerstam(http://en.wikipedia.org/wiki/Gustaf_af_Geijerstam), τους σύγχρονους άντρες της Anne-Charlotte Edgren(http://en.wikipedia.org/wiki/Anne_Charlotte_Leffler)  και της Ernst Ahlgren(http://www.gutenberg.org/ebooks/15703), την Ανατολή του Heidenstam(http://en.wikipedia.org/wiki/Verner_von_Heidenstam) τη Sophie Elkan(http://sv.wikipedia.org/wiki/Sophie_Elkan), που επανέφερε την ιστορία στη ζωή, το Fröding(http://en.wikipedia.org/wiki/Gustaf_Fr%C3%B6ding) και τα παραμύθια του για τις πεδιάδες του Värmland, τους μύθους του Levertin(http://sv.wikipedia.org/wiki/Oscar_Levertin), το Thanatos του Hallström(http://en.wikipedia.org/wiki/Per_Hallstr%C3%B6m), και τα σκίτσα της Dalecarlia του Karlfeldt(http://en.wikipedia.org/wiki/Erik_Axel_Karlfeldt), και πολλοί άλλοι που ήταν νέοι και καινούριοι, όλοι αυτοί τροφοδότησαν τη φαντασία μου, με οδήγησαν στο να ανταγωνιστώ και να κάνω τα ονειρά μου να φέρουν καρπούς-δεν τους χρωστώ τίποτα;». 
«Ναι, ναι», θα πει ο πατέρας.  «Έχεις δίκιο, το δικό σου είναι ένα βαρύ χρέος αλλά, να μη φοβάσαι ποτέ, θα βρούμε ένα τρόπο».  
«Δε νομίζω, Πατέρα, πως στ’ αλήθεια καταλαβαίνεις πόσο δύσκολο είναι για μένα.  Δεν αντιλαμβάνεσαι ότι έχω χρέος και προς τους αναγνώστες μου.  Τους χρωστάω τόσα πολλά – από τον ηλικιωμένο βασιλιά και το νεότερό του γιο, που με έστειλαν στα περιπλανήσεις της μαθητείας μου πέρα από το Βορρά στους μικρούς μαθητές που γράφουν με ορνιθοσκαλίσματα ένα γράμμα ευχαριστίας για το Nils Holgersson.  Τι θα είχα απογίνει αν κανένας δεν ήθελε να διαβάσει τα βιβλία μου;  Και μην ξεχνάς όλους αυτούς που έχουν γράψει για’ μένα.  Θυμήσου το διάσημο Δανό κριτικό που, με λίγες λέξεις, μου κέρδισε φίλους σε όλη τη Δανία!  Κι αυτός που μπορεί να ανακατέψει χολή με αμβροσία με μια πολύ έντεχνη μόδα από οποιονδήποτε στη Σουηδία δεν το είχε κάνει ποτέ πριν την εποχή του.  Τώρα είναι νεκρός.  Σκέψου όλους αυτούς στις ξένες χώρες που έχουν δουλέψει για μένα.  Τους οφείλω ευγνωμοσύνη, Πατέρα, και για τον έπαινό τους και για την επίκρισή τους». 
«Ναι, ναι», θα πει ο Πατέρας, και θα τον δω να φαίνεται λιγότερο ήρεμος. Σίγουρα θα αρχίσει να καταλαβαίνει ότι δε θα είναι εύκολο να με βοηθήσει.    
«Θυμήσου όλους που με έχουν βοηθήσει Πατέρα!» θα πω.  «Σκέψου τον πιστό φίλο μου τον Esselde, που προσπάθησε να ανοίξει πόρτες για μένα όταν κανένας δεν τολμούσε να πιστέψει σε μένα.  Σκέψου άλλους που έχουν νοιαστεί για μένα και προστάτεψαν τη δουλειά μου! Σκέψου τον καλό μου φίλο και συνταξιδιώτη, που όχι μόνο με πήγε νότια και μου έδειξε όλες τις δόξες της τέχνης αλλά έκανε και την ίδια τη ζωή πιο χαρούμενη και πιο φωτεινή για μένα.  Όλη η αγάπη που έχει έρθει σε μένα, οι τιμές, οι διακρίσεις!  Δεν καταλαβαίνεις τώρα ότι έπρεπε να έρθω σε σένα για να ρωτήσω πόσο απ’ αυτό το χρέος μπορεί να ξεπληρωθεί;». 
Ο Πατέρας έχει κατεβάσει το κεφάλι του και δε δείχνει τόσο γεμάτος με ελπίδες πια. 
«Συμφωνώ, Κόρη, δε θα είναι εύκολο να βρω βοήθεια για σένα αλλά, σίγουρα, δεν υπάρχει κάτι άλλο που να χρωστάς σε κάποιον άλλο;»
«Ναι, Πατέρα, είναι αρκετά δύσκολο για μένα να υπομείνω όλα αυτά που χρωστούσα πριν, αλλά το μεγαλύτερο χρέος μου δεν έχει έρθει ακόμα.  Γι’ αυτό έπρεπε να έρθω σε σένα για συμβουλές».  «Δεν μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται να χρωστάς ακόμα περισσότερα», θα πει ο Πατέρας και τότε θα του πω γι’ αυτό. 
«Απλά δεν μπορώ να πιστέψω ότι η Ακαδημία…», ο Πατέρας θα πει μα, κοιτώντας με και βλέποντας το πρόσωπό μου θα καταλάβει ότι είναι όλα αλήθεια.  Και τότε, κάθε ρυτίδα στο πρόσωπό του θα τρέμει και δάκρυα θα έρθουν στα μάτια του. 
Τι θα πω σε εκείνους που έβαλαν το όνομά μου υποψήφιο για το Βραβείο και σε εκείνους που πήραν αυτή την απόφαση – σκέψου, Πατέρα, δεν είναι μόνο τιμή και χρήματα με έχουν εμπιστευτεί.  Έχουν  δείξει ότι με εμπιστεύονται αρκετά ώστε να με ξεχωρίσουν μπροστά σε όλο τον κόσμο.  Πώς να ξεπληρώσω αυτό το χρέος;». 
Ο Πατέρας θα κάθεται κι ακόμα καμία λέξη δε θα μπορεί να βγει καθώς σκέφτεται.  Έπειτα, αφού στεγνώσουν τα δάκρυα της χαράς από τα μάτια του, θα χτυπήσει τη γροθιά του στο χέρι της κουνιστής πολυθρόνας και θα πει, «Δε θα βασανίσω το μυαλό μου για προβλήματα που κανένας ούτε στον Παράδεισο ούτε στη γη μπορεί να λύσει.  Είμαι υπερβολικά χαρούμενος που κέρδισες το Βραβείο Νόμπελ για να ανησυχώ για οτιδήποτε!». 
Μεγαλειοτάτοι, Υψηλοτάτη, Κυρίες και Κύριοι – μη έχοντας λάβει καλύτερη απάντηση από αυτήν σε όλες μου τις ερωτήσεις, , το μόνο που απομένει είναι να σας ζητήσω να με συνοδεύσετε στην πρόποση που έχω την τιμή να κάνω στη Σουηδική Ακαδημία. 

Τρίτη 26 Απριλίου 2011

THE GOLDEN NOTEBOOK - DORIS LESSING



Here are answers to some common questions(on the project Golden Notebook):

*     What is this?
It’s an experiment in close-reading in which seven women are reading the book and conducting a conversation in the margins. The project went live on Monday 10 November 2008.

*     Why are you doing it?
It’s part of a long-term effort to encourage and enable a culture of collaborative learning.

*     What do you hope to learn?
We don’t yet understand how to model a complex conversation in the web’s two-dimensional environment and we’re hoping this experiment will help us learn some of what we need to do to make this sort of collaboration as successful as possible.

*     How come only the seven women can comment in the margins?
Good conversations are messy, non-linear and complicated. The comment area, a chronological scrolling field just isn’t robust enough to follow a conversation among an infinite number of participants. Seven may even be too many. [Note: the forums are open to everyone and we do hope that readers beyond the initial seven will join the fray there both as regards the text and the process. We really want to know what you think works and what doesn’t.

*     How long will the project go on?
The readers will carry out their conversation over a period of approximately 5-6 weeks.



Εδώ θα βρείτε απαντήσεις σε κάποιες συνήθεις ερωτήσεις(για το εγχείρημα του Golden Notebook):


*     Τι είναι αυτό;
Είναι ένα πείραμα προσεκτικής ανάλυσης(στα αγγλικά χρησιμοποιείται ο όρος close reading, και στα γαλλικά explication de texte, για να περιγράψει μια φορμαλιστική μέθοδο λογοτεχνικής ανάλυσης η οποία περιλαμβάνει την εξέταση της δομής, του ύφους, των εικόνων και άλλων πτυχών ενός λογοτεχνικού έργου) κατά το οποίο επτά γυναίκες διαβάζουν το βιβλίο και συνδιαλέγονται στο περιθώριο της σελίδας.  Το εγχείρημα δημοσιοποιήθηκε τη Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2008.

*     Γιατί το κάνετε;
Είναι μέρος μιας μακροχρόνια προσπάθειας για να ενθαρρυνθεί και να δοθεί η δυνατότητα σε ένα πολιτιστικό τομέα συνεργατικής ανάγνωσης. 

*     Τι ελπίζετε να μάθετε;
Δεν καταλαβαίνουμε ακόμα πώς να διαμορφώσουμε μια περίπλοκη συζήτηση στο δισδιάστατο περιβάλλον του διαδικτύου και ελπίζουμε ότι αυτό το πείραμα θα μας βοηθήσει να μάθουμε μερικά πράγματα για το τι χρειάζεται να κάνουμε για να κάνουμε αυτού του τύπου τη σύμπραξη όσο πιο πετυχημένη γίνεται.  
x
*     Πώς είναι  δυνατόν να σχολιάζουν μόνο επτά γυναίκες στο περιθώριο της σελίδας;
Οι καλές συζητήσεις είναι ακατάστατες, μη-γραμμικές, και περίπλοκες.  Η περιοχή σχολιασμού, ένα χρονολογικά κυλιόμενο πεδίο δεν είναι αρκετά εύρωστο για να παρακολουθήσει κανείς μια συζήτηση ανάμεσα σε ένα ατελείωτο αριθμό συμμετεχόντων.  Ακόμα και οι επτά μπορεί να’ ναι ήδη πολλοί.  [Σημείωση: οι τόποι συζήτησης είναι ανοιχτοί σε όλους και ελπίζουμε ότι οι αναγνώστες πέρα από τους επτά αρχικούς θα συμμετάσχουν στην «τριβή» αυτή και για το κείμενο και για τη διαδικασία.  Στ’ αλήθεια θέλουμε να γνωρίζουμε τι πιστεύετε ότι λειτουργεί καλά και τι όχι].  

*     Για πόσο θα συνεχιστεί το εγχείρημα αυτό;
Οι αναγνώστες θα συνεχίσουν τη συζήτησή τους για μια περίοδο περίπου 5-6 εβδομάδων.  

Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ ΤΗΣ DORIS LESSING ΤΗ ΒΡΑΔΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΟΥ NOBEL ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ


Στέκομαι σ’ ένα κατώφλι κοιτώντας μέσα από σύννεφα σκόνης που σηκώνεται όπου μου λένε ότι υπάρχει ακόμη δάσος που δεν έχει υλοτομηθεί.  Χτες οδήγησα για μίλια ανάμεσα σε κορμούς δέντρων, και αποκαΐδια όπου, το ’56, υπήρχε το πιο  υπέροχο δάσος που έχω δει ποτέ στη ζωή μου, όλο τώρα κατεστραμμένο. Οι άνθρωποι πρέπει να φάνε. Πρέπει να βρουν καύσιμο για φωτιές.

Αυτή είναι η βορειοδυτική Ζιμπάμπουε στις αρχές της δεκαετίας του 80, και επισκέπτομαι ένα φίλο που ήταν δάσκαλος σε ένα σχολείο στο Λονδίνο. Είναι εδώ για να «βοηθήσει την Αφρική», όπως λέγεται. Είναι ένας ευγενής ιδεαλιστής και αυτό που βρήκε σ’ αυτό το σχολείο τον σόκαρε τόσο πολύ ώστε έπαθε κατάθλιψη, από την οποία ήταν πολύ δύσκολο να αναρρώσει. Αυτό το σχολείο είναι όπως κάθε άλλο που είναι χτισμένο μετά την Ανεξαρτησία. Αποτελείται από τέσσερα μεγάλα δωμάτια δίπλα-δίπλα χτισμένα με τούβλα, βαλμένα απευθείας μέσα στη σκόνη, ένα δύο τρία τέσσερα, με το μισό δωμάτιο στο τέλος, που είναι η βιβλιοθήκη. Σε αυτές τις αίθουσες υπάρχουν μαυροπίνακες, αλλά ο φίλος μου κρατάει τις κιμωλίες στην τσέπη του, αλλιώς θα τις έκλεβαν δεν υπάρχει άτλας ή υδρόγειος σφαίρα, κανένα εγχειρίδιο, κανένα βιβλίο ασκήσεων, ή στυλό διαρκείας. Στη βιβλιοθήκη δεν υπάρχουν βιβλία απ' αυτά που αρέσουν στους μαθητές να διαβάζουν, αλλά μόνο τόμοι από Αμερικάνικα πανεπιστήμια, δύσκολο ακόμα και να τους σηκώσει κανείς, «απορρίμματα» από βιβλιοθήκες, ή μυθιστορήματα με τίτλους όπως Σαββατοκύριακο στο Παρίσι και Η Φελίσιτυ βρίσκει την αγάπη.  

Υπάρχει μια κατσίκα που προσπαθεί να βρει τροφή στο γερασμένο γρασίδι. Ο διευθυντής έχει καταχραστεί το ταμείο του σχολείου και έχει τεθεί σε διαθεσιμότητα, εγείροντας το ερώτημα οικείο σε όλους μας αλλά συνήθως σε πιο σεβάσμια πλαίσια: Πώς γίνεται κι αυτοί οι άνθρωποι συμπεριφέρονται κατ’ αυτό τον τρόπο όταν γνωρίζουν ότι όλοι τους παρακολουθούν;

Ο φίλος μου δεν έχει καθόλου χρήματα γιατί όλοι, μαθητές και δάσκαλοι, δανείζονται από αυτόν όταν πληρώνεται και δε θα του τα επιστρέψουν ποτέ. Η ηλικία των μαθητών κυμαίνεται από έξι έως είκοσι έξι, γιατί κάποιοι που δεν παρακολούθησαν το σχολείο ως παιδιά είναι εδώ για να καλύψουν αυτό το κενό. Μερικοί μαθητές περπατούν αρκετά μίλια κάθε πρωί, με βροχή ή με ήλιο και διασχίζοντας ποτάμια. Δεν μπορούν να κάνουν προετοιμασία για τα μαθήματα στο σπίτι γιατί δεν υπάρχει ηλεκτρικό στα χωριά, και δεν μπορεί κανείς να μελετήσει εύκολα με το φως από τη φωτιά των ξύλων. Τα κορίτσια πρέπει να κουβαλούν νερό και να μαγειρεύουν προτού ξεκινήσουν για το σχολείο και όταν επιστρέψουν το ίδιο.

Καθώς κάθομαι με το φίλο μου στο δωμάτιό του, άνθρωποι περνούν για λίγο ντροπαλά, και όλοι εκλιπαρούν για βιβλία. «Σας παρακαλούμε στείλτε μας βιβλία όταν επιστρέψετε στο Λονδίνο», λέει ένας άντρας. «Μας έμαθαν να διαβάζουμε αλλά δεν έχουμε κανένα βιβλίο». Όλοι όσοι γνώρισα, όλοι εκλιπαρούσαν για βιβλία.

Ήμουν εκεί κάποιες μέρες. Η σκόνη υψωνόταν. Οι αντλίες χάλασαν και οι γυναίκες έπρεπε να φέρνουν νερό από το ποτάμι. Άλλος ένας ιδεαλιστής δάσκαλος από την Αγγλία "αρρώστησε" αφότου είδε πώς έμοιαζε αυτό το «σχολείο».

Την τελευταία μέρα έσφαξαν την κατσίκα. Την έκοψαν σε κομμάτια και τη μαγείρεψαν σε ένα τεράστιο σκεύος. Αυτή ήταν η πολυαναμενόμενη γιορτή του τέλους της περιόδου: βραστή κατσίκα και πλιγούρι. Οδήγησα μακριά ενώ ήταν ακόμα σε εξέλιξη η γιορτή, πίσω στα καρβουνιασμένα απομεινάρια και στους κομμένους κορμούς του δάσους.  

Δε νομίζω πολλοί μαθητές του σχολείου αυτού να πάρουν βραβεία.  

Την επόμενη ημέρα επρόκειτο να γίνει μια συζήτηση σε ένα σχολείο στο βόρειο Λονδίνο, ένα πολύ καλό σχολείο, του οποίου το όνομα όλοι γνωρίζουμε. Είναι ένα σχολείο για αγόρια, με όμορφα κτίρια και κήπους.  

Αυτά τα παιδιά εδώ δέχονται μία επίσκεψη τη βδομάδα από κάποιο πολύ γνωστό πρόσωπο, έτσι όπως έχουν τα πράγματα.  Αυτό το πρόσωπο μπορεί να είναι ένας πατέρας, συγγενείς, ακόμα και μητέρες των μαθητών. Μια επίσκεψη από κάποια διασημότητα δεν είναι ασυνήθιστη γι’ αυτούς.

Καθώς τους μιλώ, το σχολείο μέσα στη σκόνη στη βορειοδυτική Ζιμπάμπουε είναι στο νου μου, και κοιτώ τα ήπια ανυπόμονα αγγλικά πρόσωπα μπροστά μου και προσπαθώ να τους πω για όσα είδα την περασμένη βδομάδα. Σχολικές τάξεις δίχως βιβλία, δίχως εγχειρίδια, ή ένα άτλαντα, ή ένα χάρτη καρφιτσωμένο στον τοίχο. Ένα σχολείο όπου οι δάσκαλοι ικετεύουν για να τους στείλουν βιβλία που να λένε πώς να διδάξουν, ενώ οι ίδιοι είναι μόλις δεκαοκτώ ή δεκαεννιά χρονών. Λέω σ’ αυτά τα αγόρια από την Αγγλία πώς όλοι εκλιπαρούσαν για βιβλία: «Σας παρακαλούμε στείλτε μας βιβλία». Είμαι σίγουρος ότι ο καθένας που έχει μιλήσει ποτέ σε κοινό θα ξέρει εκείνη τη στιγμή όταν τα πρόσωπα που σε κοιτούν είναι κενά. Οι ακροατές σου δεν μπορούν να ακούσουν αυτό που λες, δεν υπάρχουν εικόνες στο μυαλό τους που να μπορούν να τις ταιριάξουν με αυτά που τους λες- σ’ αυτή την περίπτωση ανήκει και η ιστορία ενός σχολείου που βρίσκεται σε σύννεφα σκόνης, όπου υπάρχει έλλειψη νερού, και όπου η ανταμοιβή για το τέλος της περιόδου είναι μια μόλις σκοτωμένη κατσίκα σε ένα μεγάλο μαγειρικό σκεύος.

Είναι στ’ αλήθεια τόσο πολύ δύσκολο γι’ αυτούς τους προνομιούχους μαθητές να φανταστούν τόση γυμνή ένδεια;  

Κάνω ότι καλύτερο μπορώ. Είναι ευγενικοί. 

Είμαι σίγουρη ότι μια μέρα κάποιοι από αυτούς θα κερδίσουν βραβεία. 

Ύστερα, η συζήτηση τελειώνει. Έπειτα ρωτάω τους δασκάλους πώς είναι η βιβλιοθήκη, και αν οι μαθητές διαβάζουν. Σε αυτό το προνομιούχο σχολείο, ακούω ό,τι ακούω πάντα όταν πηγαίνω σε τέτοια σχολεία ή ακόμα και σε πανεπιστήμια.

«Ξέρετε πώς είναι», λέει ένας από τους δασκάλους.  "Πολλά από τα αγόρια δεν έχουν διαβάσει ποτέ καθόλου, και η βιβλιοθήκη χρησιμοποιείται μόνο κατά το ήμισυ". 

Ναι, όντως όλοι ξέρουμε πώς είναι. Όλοι μας.

Ζούμε σε ένα αποσπασματικό πολιτισμό, όπου οι βεβαιότητές μας ακόμα και πριν από μερικές δεκαετίες τίθενται υπό αμφισβήτηση και όπου είναι κοινό για άντρες και γυναίκες, που σπούδαζαν για χρόνια, να μην γνωρίζουν τίποτα για τον κόσμο, να μην έχουν διαβάσει  τίποτα, να γνωρίζουν μόνο τη μια ειδικότητα ή την άλλη, για παράδειγμα, ηλεκτρονικούς υπολογιστές.  


Αυτό που μας έχει συμβεί είναι μια εκπληκτική εφεύρεση – οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές και το διαδίκτυο και η τηλεόραση. Είναι μια επανάσταση. Αυτή δεν είναι η πρώτη επανάσταση που έχει διαχειριστεί το ανθρώπινο γένος. Η επανάσταση της τυπογραφίας, που δε συνέβη σε μερικές δεκαετίες, αλλά διήρκησε πολύ περισσότερο, μεταμόρφωσε τις απόψεις μας και τον τρόπο που σκεφτόμαστε. Ένας παράτολμος κλήρος, που δεχτήκαμε ολοκληρωτικά, όπως κάνουμε πάντα, χωρίς να μας ρωτάνε. Τι θα μας συμβεί τώρα, με την εφεύρεση της τυπογραφίας; Με τον ίδιο τρόπο, δε σκεφτήκαμε ποτέ να ρωτήσουμε, πώς οι ζωές μας, ο τρόπος που σκεφτόμαστε, θα αλλάξουν με το διαδίκτυο, το οποίο έχει βάλει σε πειρασμό μια ολόκληρη γενιά με τους παραλογισμούς της έτσι ώστε και λογικοί άνθρωποι ομολογούν ότι μόλις πιαστούν στο αγκίστρι, είναι πολύ δύσκολο αν απελευθερωθούν, και συνειδητοποιούν ότι μια ολόκληρη μέρα έχει περάσει κάνοντας blogging, κα.

Πολύ πρόσφατα, ο οποιοσδήποτε με μια μέτρια μόρφωση σεβόταν τη μάθηση, την εκπαίδευση, και το μεγάλο μας λογοτεχνικό απόθεμα.  Φυσικά, όλοι ξέρουμε ότι όταν ήμασταν σ’ αυτή την ευχάριστη κατάσταση, οι άνθρωποι προσποιούνταν ότι διαβάζουν, προσποιούνταν ότι σέβονται τη μάθηση. Αλλά είναι καταγεγραμμένο ότι οι εργαζόμενοι άντρες και γυναίκες είχαν λαχτάρα για τα βιβλία, και αυτό αποδεικνύεται από την ίδρυση από εργαζόμενους άντρες βιβλιοθηκών και ινστιτούτων, τα πανεπιστήμια του 18ου και 19ου αιώνα.

Το διάβασμα, τα βιβλία, κάποτε ήταν μέρος μιας γενικής εκπαίδευσης. 

Οι μεγαλύτεροι άνθρωποι, όταν μιλούν σε νεότερους, πρέπει να καταλάβουν πόσο σημαντικό κομμάτι της εκπαίδευσης είναι το διάβασμα, γιατί οι νεότεροι γνωρίζουν πολλά λιγότερα.  Και αν τα παιδιά δεν μπορούν να διαβάσουν, είναι γιατί δεν έχουν διαβάσει.

Όλοι γνωρίζουμε αυτή τη λυπηρή ιστορία.

Αλλά δε γνωρίζουμε το τέλος της.  Σκεφτόμαστε το παλιό απόφθεγμα, "Το διάβασμα κάνει έναν άνθρωπο ολοκληρωμένο" - και καθώς ξεχνάμε τα ανέκδοτα που έχουν σχέση με την υπερφαγία - το διάβασμα κάνει μια γυναίκα και έναν άντρα πλήρεις από πληροφορίες, από ιστορία και από κάθε είδους γνώση.

Όμως εμείς στη Δύση δεν είμαστε οι μόνοι άνθρωποι στον κόσμο.  Όχι πολύ καιρό πριν ένας φίλος που ήταν στη Ζιμπάμπουε μου είπε για ένα χωριό όπου οι άνθρωποι δεν είχαν φάει για τρεις μέρες, αλλά ακόμα μιλούσαν για βιβλία και πώς να τα αποκτήσουν, για την εκπαίδευση.

Ανήκω σε μια οργάνωση που ξεκίνησε με την πρόθεση να δίνει βιβλία στα χωριά.  Υπήρχε μια ομάδα ανθρώπων που με μια άλλη οργάνωση είχαν ταξιδέψει στη Ζιμπάμπουε στα λαϊκά της στρώματα.  Μου είπαν ότι τα χωριά, σε αντίθεση με αυτά που αναφέρονται, είναι γεμάτα με έξυπνους ανθρώπους, συνταξιοδοτημένους δάσκαλους, δάσκαλους σε άδεια, παιδιά σε διακοπές, ηλικιωμένους ανθρώπους.  Εγώ η ίδια πλήρωσα για μια μικρή έρευνα για να ανακαλύψω τι θέλουν να διαβάζουν οι άνθρωποι στη Ζιμπάμπουε, και βρήκα τα αποτελέσματα να είναι ίδια με εκείνα μιας σουηδικής έρευνας που δεν γνώριζα.  Οι άνθρωποι θέλουν να διαβάζουν τα ίδια βιβλία που εμείς στην Ευρώπη θέλουμε να διαβάζουμε - μυθιστορήματα κάθε είδους, επιστημονική φαντασία, ποίηση, αστυνομικές ιστορίες, θεατρικά έργα, και βιβλία "κάντο μόνος σου", όπως πώς να ανοίξεις ένα τραπεζικό λογαριασμό.  Επίσης όλο το Shakespeare.  Ένα πρόβλημα στο να βρίσκει κανείς βιβλία για χωρικούς είναι ότι δε γνωρίζουν τι είναι διαθέσιμο, έτσι μια σειρά βιβλίων, όπως το Mayor of Casterbridge, γίνεται δημοφιλές απλά γιατί τυχαίνει να βρίσκεται εκεί.  Η Φάρμα των Ζώων, για προφανείς λόγους, είναι το πιο δημοφιλές από όλα τα μυθιστορήματα.

Η οργάνωσή μας βοηθήθηκε από την αρχή από τη Νορβηγία, κι έπειτα από τη Σουηδία.  Χωρίς αυτού του τύπου την υποστήριξη οι προμήθειές μας σε βιβλία θα είχαν εξαντληθεί.  Πήραμε βιβλία απ' όπου μπορούσαμε.  Θυμηθείτε, ένα καλό χαρτόδετο βιβλίο από την Αγγλία κοστίζει όσο ενός μήνα μισθός στη Ζιμπάμπουε: αυτό ίσχυε πριν από την τρομακτική κυριαρχία του Mugabe.  Τώρα με τον πληθωρισμό, θα κόστιζε κάμποσων χρόνων το μισθό.  Αλλά έχοντας πάει ένα κουτί με βιβλία σε ένα χωριό - και θυμηθείτε υπάρχει τρομερή έλλειψη πετρελαίου - μπορώ να σας πω ότι το κουτί έγινε δεκτό με δάκρυα.  Η βιβλιοθήκη μπορεί να ήταν μια σανίδα πάνω σε τούβλα κάτω από ένα δέντρο.  Και μέσα σε μια βδομάδα θα δημιουργούσαν τάξεις γραφής και ανάγνωσης - με τους ανθρώπους που ξέρουν να διαβάζουν να διδάσκουν εκείνους που δεν μπορούν, μαθήματα ιθαγένειας - και σε ένα απομακρυσμένο χωριό, αφού δεν υπήρχαν μυθιστορήματα γραμμένα στη γλώσσα Tonga, κάποιοι τύποι έκατσαν να γράψουν μυθιστορήματα στην Tonga.   Υπάρχουν έξι ή κάπου τόσες βασικές γλώσσες στη Ζιμπάμπουε και υπάρχουν μυθιστορήματα σε όλες: βία, αιμομιξίες, γεμάτα έγκλημα και φόνους.

Λέγεται ότι οι άνθρωποι έχουν τις κυβερνήσεις που τους αξίζουν, αλλά δε νομίζω ότι είναι αλήθεια για τη Ζιμπάμπουε.  Και πρέπει να θυμηθούμε ότι αυτός ο σεβασμός και η δίψα για βιβλία προέρχεται, όχι από το καθεστώς του Mugabe, αλλά από αυτό πριν από αυτό, των λευκών.  Είναι ένα εκπληκτικό φαινόμενο, αυτή η δίψα για βιβλία, και μπορεί να το δει κανείς παντού από την Κένυα μέχρι το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας. 

Αυτό πιθανόν σχετίζεται με ένα γεγονός: Μεγάλωσα κυριολεκτικά σε μια καλύβα από λάσπη, αχυρένια.  Αυτού του τύπου το σπίτι χτιζόταν πάντα, παντου υπάρχουν καλάμια και χόρτα, κατάλληλη λάσπη, κοντάρια για τοίχους.  Η Σαξονική Αγγλία για παράδειγμα.  Εκεί που μεγάλωσα είχε τέσσερα δωμάτια, το ένα δίπλα στο άλλο, και ήταν γεμάτα βιβλία.  Όχι μόνο έπαιρναν βιβλία από την Αγγλία στην Αφρική, αλλά η μητέρα μου έκανε παραγγελία βιβλία με το ταχυδρομείο από την Αγγλία για τα παιδιά της.  Βιβλία έφταναν σε μεγάλα τυλιγμένα με καφέ χαρτί πακέτα, και ήταν η χαρά της νιότης μου.  Μια καλύβα από λάσπη, αλλά γεμάτη με βιβλία.

Ακόμα και σήμερα παίρνω γράμματα από ανθρώπους που ζουν σε ένα χωριό που μπορεί να μην έχει ούτε ηλεκτρικό ούτε πόσιμο νερό, όπως η οικογένειά μου στην πολυκαιρισμένη καλύβα μας από λάσπη.  "Θα γίνω κι εγώ συγγραφέας", λένε, "γιατί έχω το ίδιο σπίτι που είχατε κι εσείς".

Αλλά εδώ είναι η δυσκολία, δεν είναι; 
Το γράψιμο, οι συγγραφείς, δεν προέρχονται από σπίτια χωρίς βιβλία.

Υπάρχει ένα κενό.  Εκεί είναι η δυσκολία.  

Εξέταζα τους λόγους κάποιων από τους ανθρώπους που κέρδισαν πρόσφατα το Nobel.  Για παράδειγμα ο υπέροχος Pamuk.  Είπε ότι ο πατέρας του είχε 500 βιβλία.  Το ταλέντο του δεν ήρθε από τον αέρα, είχε συνδεθεί με μια μεγάλη παράδοση.  

Πάρτε για παράδειγμα το V.S.Naipaul.  Αναφέρει ότι οι ινδικές Βέδες ήταν πάντα κοντά στη μνήμη της οικογένειάς του.
Ο πατέρας του τον ενθάρρυνε να γράφει, και όταν πήγε στην Αγγλία επισκέφτηκε τη Βρετανική Βιβλιοθήκη.  Άρα ήταν κοντά στη μεγάλη παράδοση.  

Για παράδειγμα ο John Coetzee.  Όχι μόνο ήταν κοντά στη μεγάλη παράδοση, ήταν ο ίδιος η παράδοση: δίδαξε λογοτεχνία στο Cape Town.  Και πόσο λυπάμαι που δε βρέθηκα ποτέ σε ένα από τα μαθήματά του, να διδαχτώ από αυτό το υπέροχα γενναίο, τολμηρό μυαλό.  

Απαραίτητη προϋπόθεση για το γράψιμο, για τη λογοτεχνία, είναι να υπάρχει μια στενή επαφή με τις βιβλιοθήκες, με τα βιβλία, με την Παράδοση.  

Έχω ένα φίλο από τη Ζιμπάμπουε, ένα μαύρο συγγραφέα.  Δίδαξε στον εαυτό του να διαβάζει από ταμπέλες πάνω σε γυάλινα βαζάκια, και τις ταμπέλες πάνω στα διατηρημένα δοχεία φρούτων.  Μεγάλωσε σε μια περιοχή που έχω περάσει με το αυτοκίνητο, μια περιοχή με ντόπιους μαύρους.  Η γη είναι γεμάτη αμμοχάλικα και χαλίκια, όπου υπάρχουν χαμηλοί θάμνοι κατά διαστήματα.  Οι καλύβες είναι φτωχές, και δε μοιάζουν σε τίποτα με τις καλοφροντισμένες καλύβες των πλουσίων.  Ένα σχολείο-αλλά σαν αυτό που έχω ήδη περιγράψει.  Βρήκε μια πεταμένη παιδική εγκυκλοπαίδεια σε ένα σωρό από σκουπίδια και διδάχτηκε από αυτήν.

Στην ανεξαρτησία το 1980 υπήρχε μια ομάδα καλών συγγραφέων στη Ζιμπάμπουε, στ' αλήθεια μια φωλιά με μελωδικά πουλιά.  Ανατράφηκαν στη νότια Ροδεσία, υπό το κράτος των λευκών - τα αποστολικά σχολεία, τα καλύτερα σχολεία.  Συγγραφείς δε γίνονται στη Ζιμπάμπουε.  Όχι εύκολα, όχι υπό το καθεστώς του Mugabe. 

Όλοι οι συγγραφείς ταξίδεψαν σε ένα δύσκολο δρόμο για την ανάγνωση και τη γραφή, πόσο μάλλον για να γίνουν συγγραφείς.  Θα έλεγα ότι δεν είναι ασυνήθιστο να μάθει κανείς να διαβάζει από τις τυπωμένες ταμπέλες σε γυάλινα βαζάκια και από πεταμένες εγκυκλοπαίδειες.  Και μιλάμε για ανθρώπους που διψούν για βασική εκπαίδευση, που ζουν σε καλύβες με πολλά παιδιά - μια πολυδουλεμένη μητέρα, ένας αγώνας για φαγητό και ένδυση. 

Κι όμως παρ’ όλες αυτές τις δυσκολίες, υπήρξαν συγγραφείς.  Και πρέπει επίσης να θυμηθούμε ότι αυτή ήταν η Ζιμπάμπουε, που είχε κατακτηθεί λιγότερο από 100 χρόνια πριν.  Οι παππούδες αυτών των ανθρώπων μπορεί να ήταν παραμυθάδες δουλεύοντας την προφορική παράδοση.
Σε μια ή δύο γενιές ήταν η μετάβαση από τις από μνήμης ιστορίες και πέρασαν στα γραπτά, στα βιβλία.  Τι επίτευγμα!  

Βιβλία, ουσιαστικά τραβηγμένα από σωρούς σκουπιδιών και τα απομεινάρια του κόσμου των λευκών.
Αλλά ένα δεμάτι χαρτί είναι το ένα πράγμα, ένα δημοσιευμένο βιβλίο είναι κάπως διαφορετικό.  Μου είχαν στείλει κάποιους απολογισμούς για το εκδοτικό σκηνικό στην Αφρική.  Ακόμα και σε πιο προνομιούχα μέρη όπως στη Νότιο Αφρική, με τη διαφορετική της παράδοση, το να μιλάει κανείς για για εκδοτικό σκηνικό είναι ένα όνειρο πιθανοτήτων.

Να μαι εδώ να μιλώ για βιβλία που δε γράφτηκαν ποτέ, συγγραφείς που δεν τα κατάφεραν γιατί οι εκδότες δεν υπάρχουν.  Φωνές που δεν ακούγονται.  Είναι αδύνατο να υπολογίσει κανείς αυτή τη μεγάλη απώλεια ταλέντου, δυναμικού.  Αλλά ακόμα και πριν από αυτό το στάδιο της δημιουργίας ενός βιβλίου που απαιτεί εκδότη, μια πρόοδο, μια ενθάρρυνση, υπάρχει  και κάτι άλλο που λείπει.

Οι συγγραφείς συχνά ερωτώνται, Πώς γράφετε;  Με επεξεργαστή κειμένου;  με μια ηλεκτρική γραφομηχανή;  με πένα; με το χέρι; Αλλά η βασική ερώτηση είναι, "Έχετε βρει ένα χώρο, εκείνο τον κενό χώρο, που θα έπρεπε να σας περιβάλλει όταν γράφετε;" Σε εκείνο το χώρο, που είναι σα να ακούς, να προσέχεις, θα έρθουν οι λέξεις, οι λέξεις που θα πουν οι χαρακτήρες σου, ιδέες - έμπνευση.

Αν ένας συγγραφέας δεν μπορεί να βρει αυτό το χώρο, τότε ποιήματα και ιστορίες
είναι θνησιγενή. 

Όταν οι συγγραφείς μιλούν ο ένας στον άλλο, αυτό που συζητούν πάντα έχει να κάνει με αυτό το φαντασιακό χώρο, αυτό το διαφορετικό χρόνο.  "Το έχεις βρει;  Το κρατάς καλά;"  

Ας πάμε τώρα σε ένα εμφανώς διαφορετικό σκηνικό.
Είμαστε στο Λονδίνο, μια από τις μεγάλες πόλεις.  Είναι ένας νέος συγγραφέας.  Με κυνισμό ρωτάμε, Είναι όμορφος;  Αν αυτός είναι άντρας, είναι χαρισματικός;  Αστειευόμαστε αλλά αυτό δεν είναι αστείο.

Αυτό το νέο εύρημα αποθεώνεται, και πιθανόν παίρνει πολλά χρήματα.  Ο βόμβος των παπαράτσι ξεκινά στα φτωχά τους αφτιά.  Επευφημούνται, επαινούνται, στον κόσμο.  Εμείς οι παλιοί, που τα έχουμε δει όλα, τον λυπούμαστε το νεοφώτιστο, που δεν έχει ιδέα του τι συμβαίνει στ' αλήθεια. 

Αυτός, αυτή κολακεύεται, ευχαριστιέται.

Αλλά ρωτήστε σε ένα χρόνο τι σκέφτεται αυτός ή αυτή - Τους έχω ακούσει: "Αυτό είναι το χειρότερο πράγμα που θα μπορούσε να μου συμβεί", λένε.

Μερικοί νέοι συγγραφείς που έχουν εκδοθεί πολύ δεν έχουν ξαναγράψει, ή δεν έχουν γράψει αυτό που θα ήθελαν, αυτό που εννοούσαν.

Κι εμείς, οι μεγαλύτεροι, θέλουμε να ψιθυρίσουμε σε αυτά τα αθώα αυτιά.  " Έχεις ακόμα το χώρο σου;  Την ψυχή σου, το δικό σου απαραίτητο χώρο όπου μόνο οι δικές σου φωνές μπορούν να μιλάνε σε σένα, μόνο σε σένα, όπου μπορείς να ονειρεύεσαι.  Ω, κρατήσου από αυτό, μην το αφήνεις να φύγει".

Ο νους μου είναι γεμάτος από υπέροχες αναμνήσεις από την Αφρική που μπορώ να τις αναβιώσω και να τις κοιτάξω όποτε θελήσω.  Κι αυτά τα ηλιοβασιλέματα, χρυσαφιά και μωβ και πορτοκαλί, που απλώνονται σε ολόκληρο τον ουρανό το απόγευμα.  Και οι πεταλούδες και οι πεταλουδίτσες της νύχτας και οι μέλισσες στους αρωματικούς θάμνους στην έρημο Kalahari;  Ή, να κάθεται κανείς στις χλωμές χορταριασμένες όχθες του Zambesi, με το νερό να είναι σκοτεινό και λείο, και με όλα τα πουλιά της Αφρικής να ξεπετάγονται με ορμή.  Ναι, ελέφαντες, καμηλοπαρδάλεις, λιοντάρια και όλα τα υπόλοιπα, υπήρχαν πολλά από αυτά, αλλά κι ο ουρανός τη νύχτα, ακόμη αμόλυντος, μαύρος και υπέροχος, γεμάτος με αεικίνητα άστρα.

Υπάρχουν κι άλλες αναμνήσεις όμως.  Ένας νέος αφρικανός, 18 ετών ίσως, δακρυσμένος, να στέκεται σε αυτό που ελπίζει ότι θα γίνει η "βιβλιοθήκη" του.  Ένας επισκέπτης Αμερικανός βλέποντας ότι δεν είχε βιβλία, του έστειλε ένα κιβώτιο με βιβλία.  Ο νεαρός άντρας τα έβγαλε ένα ένα έξω, ευλαβικά, και τα τύλιξε με πλαστικό.  "Όμως", λέμε, "αυτά τα βιβλία τα έστειλαν για να διαβαστούν, σίγουρα"; "Όχι", απαντάει, "θα βρωμίσουν, και που θα βρω άλλα;"  

Αυτός ο νέος άντρας θέλει να του στείλουμε βιβλία από την Αγγλία για να τα χρησιμοποιήσει ως οδηγούς διδασκαλίας.

"Πήγα μόνο τέσσερα χρόνια στο μεγαλύτερο σχολείο", λέει, "αλλά ποτέ δε μου έμαθαν να διδάσκω".

Έχω δει ένα δάσκαλο σε ένα σχολείο όπου δεν υπήρχαν καθόλου εγχειρίδια, ούτε καν κιμωλία για το μαυροπίνακα.  Δίδασκε την τάξη του από 6 έως 18 χρόνων μετακινώντας πέτρες στη σκόνη,  τραγουδώντας "Δυο φορές το δύο..."και ούτω καθεξής.  Έχω δει ένα κορίτσι, ίσως όχι παραπάνω από είκοσι ετών, χωρίς εγχειρίδια, βιβλία ασκήσεων, στυλό διαρκείας, την έχω δει να διδάσκει την αλφαβήτα ξύνοντας στη βρωμιά με ένα ραβδί, καθώς ο ήλιος έδυε και η σκόνη στροβιλιζόταν.

Είμαστε μάρτυρες αυτής της μεγάλης δίψας για μάθηση εδώ στην Αφρική, παντού στον Τρίτο Κόσμο, ή οτιδήποτε ονομάζουμε μέρη του κόσμου όπου οι γονείς ποθούν μια μόρφωση για τα παιδιά τους που θα τα βγάλει από τη φτώχεια. 

Θα ήθελα να φανταστείτε τους εαυτούς σας κάπου στη νότιο Αφρική, να στέκεστε σε ένα ινδικό κατάστημα, σε μια φτωχή περιοχή, σε περίοδο με άσχημο αέρα.  Υπάρχει ουρά με ανθρώπους, κυρίως γυναίκες, με κάθε είδους δοχείο για νερό. Αυτό το κατάστημα παίρνει πολύτιμο νερό κάθε απόγευμα από την πόλη, και οι άνθρωποι εδώ περιμένουν.

Ο Ινδός στέκεται με τις άκρες των χεριών του να πιέζουν τον πάγκο, και παρακολουθεί μια μαύρη γυναίκα , που λυγίζει πάνω από κομμάτια από χαρτί που μοιάζει σα να χουν σκιστεί από ένα βιβλίο.  Διαβάζει την Άννα Καρένινα. 

Διαβάζει αργά, φωνασκώντας τις λέξεις.  Φαίνεται να είναι ένα δύσκολο βιβλίο.  Αυτή είναι μια νεαρή γυναίκα με δυο παιδιά πιασμένα από τα πόδια της.  Είναι έγκυος.  Ο Ινδός είναι συντετριμμένος, γιατί της γυναίκας η μαντίλα, που θα έπρεπε να είναι λευκή, είναι κίτρινη από τη σκόνη.  Υπάρχει σκόνη στο στήθος της και στα χέρια της.  Αυτός ο άντρας είναι συντετριμμένος εξαιτίας της ουράς των ανθρώπων, και είναι όλοι διψασμένοι.  Δεν έχει αρκετό νερό για όλους.  Είναι θυμωμένος γιατί ξέρει πως υπάρχουν άνθρωποι που πεθαίνουν εκεί έξω, πέρα από τα σύννεφα της σκόνης.  Ο μεγαλύτερος αδερφός του ήταν εδώ για να κρατάει το φρούριο, αλλά είπε ότι χρειαζόταν ένα διάλειμμα, είχε πάει στην πόλη, στ' αλήθεια αρκετά άρρωστος, εξαιτίας του αέρα.  

Αυτός ο άντρας είναι περίεργος.  Λέει στη νεαρή γυναίκα, "Τι διαβάζεις;"  

"Είναι για τη Ρωσία", λέει το κορίτσι. 

"Ξέρεις που είναι η Ρωσία;"  Ούτε κι ο ίδιος ξέρει καλά- καλά.  

Η νεαρή γυναίκα κοιτάζει κατευθείαν σ' αυτόν, γεμάτη αξιοπρέπεια, αν και τα μάτια της είναι κόκκινα από  τη σκόνη, "Ήμουν η καλύτερη στην τάξη μου.  

Ο δάσκαλός μου έλεγε ότι ήμουν η καλύτερη στην τάξη".  Η νεαρή γυναίκα συνεχίζει το διάβασμά της.  Θέλει να φτάσει στο τέλος της παραγράφου.  

Ο Ινδός κοιτά τα δυο παιδιά και τους δίνει λίγη Fanta, αλλά η μητέρα λέει, "Η Fanta θα τα διψάσει ακόμα περισσότερο".  

Ο Ινδός ξέρει ότι δε θα έπρεπε να το κάνει αυτό αλλά τεντώνεται κάτω προς τη μεγάλη πλαστική δεξαμενή, και γεμίζει δύο κούπες με νερό, και τις δίνει στα παιδιά.  Παρατηρεί καθώς το κορίτσι βλέπει τα παιδιά της να πίνουν, το στόμα της κινείται.  Της δίνει μια κούπα νερό.  Πονάει να τη βλέπει να το πίνει, τόσο οδυνηρά διψασμένη είναι.  

Τώρα του δίνει το δικό της πλαστικό δοχείο για νερό, το οποίο αυτός γεμίζει.  Η νεαρή γυναίκα και τα παιδιά τον παρακολουθούν στενά για να βεβαιωθούν ότι δε θα χύσει καθόλου.  

Διαβάζει ξανά το βιβλίο.  Διαβάζει αργά.  Η παράγραφος τη γοητεύει και τη διαβάζει ξανά. 

"Η Βαρένκα, με το λευκό της μαντήλι στα μαύρα της μαλλιά, περιτριγυρισμένη από τα παιδιά και εύθυμα και καλοδιάθετα απασχολημένη μαζί τους, και την ίδια στιγμή εμφανώς ενθουσιασμένη από την πιθανότητα μιας πρότασης για γάμο από έναν άντρα για τον οποίο νοιαζόταν, έδειχνε πολύ ελκυστική.  Ο Κοζνίσεφ περπάτησε δίπλα της και διαρκώς έριχνε ματιές θαυμασμού γι' αυτήν.  Κοιτώντας την του έρχονταν όσα γνώριζε για εκείνη, και συνειδητοποιούσε όλο και περισσότερο ότι αυτό που ένοιωθε για κείνη ήταν κάτι σπάνιο, κάτι που δεν είχε νοιώσει παρά μονάχα μια φορά πριν, πολύ- πολύ καιρό, στα νιάτα του.  Αυτή η χαρά του να βρίσκεται κοντά της μεγάλωνε ολοένα, και στο τέλος έφτασε σε τέτοιο σημείο που, καθώς έβαζε ένα μανιτάρι σημύδας με ένα λεπτό βλαστό και κατσαρωμένη κορυφή στο καλάθι της, την κοίταξε στα μάτια και, παρατηρώντας την έξαψη της χαράς και την αναταραχή από φόβο που απλωνόταν στο πρόσωπό της, ήταν και ο ίδιος μπερδεμένος, και σιωπηλά της χάρισε ένα χαμόγελο που έλεγε πολλά".

Αυτό το τυπωμένο κομμάτι βρίσκεται πάνω στον πάγκο, μαζί με κάποιες παλιές κόπιες από περιοδικά, μερικές σελίδες από εφημερίδες με φωτογραφίες κοριτσιών με μπικίνι.  

Είναι ώρα για τη γυναίκα να φύγει από το καταφύγιο του Ινδικού καταστήματος, και να ξεκινήσει για τα τέσσερα μίλια προς το χωριό της.  Έξω, οι γραμμές  με γυναίκες στην αναμονή που φωνάζουν και περιμένουν.  Αλλά ακόμα ο Ινδός χρονοτριβεί.  Ξέρει τι θα κοστίσει στο κορίτσι αυτό - που θα επιστρέψει στο σπίτι, με τα δυο παιδιά προσκολλημένα πάνω της.  Θα της έδινε το κομμάτι της πρόζας που τόσο τη γοήτευε, αλλά δεν μπορεί να πιστέψει στ' αλήθεια ότι αυτό το κορίτσι με τη μεγάλη κοιλιά μπορεί στ' αλήθεια να το καταλάβει.  

Γιατί βρίσκεται λοιπόν το ένα τρίτο από την Άννα Καρένινα εδώ σ' αυτό τον πάγκο σε ένα απομακρυσμένο Ινδικό μαγαζί;  Συνέβη κάπως έτσι.  

Κάποιος ανώτερος επίσημος υπάλληλος, από τα Ηνωμένα Έθνη, όπως συμβαίνει, αγόρασε ένα αντίτυπο αυτού του μυθιστορήματος σε ένα βιβλιοπωλείο προτού ξεκινήσει το ταξίδι του για να διασχίσει μερικούς ωκεανούς και θάλασσες.
Στο αεροπλάνο, βολεμένος στη διακεκριμένη θέση, έσκισε το βιβλίο σε τρία μέρη.  Κοίταξε γύρω τους συνεπιβάτες του καθώς το έκανε αυτό, γνωρίζοντας ότι θα αντίκριζε σοκαρισμένα βλέμματα,
περιέργειας, αλλά και κάποια ενθουσιασμού.  Όταν βολεύτηκε, έδεσε τη ζώνη του, είπε δυνατά για όποιον θα μπορούσε ν' ακούσει.  "Πάντα το κάνω αυτό όταν έχω ένα μεγάλο ταξίδι.  Δε θέλεις να έχεις να κρατάς κάποιο βαρύ μεγάλο βιβλίο.  Το μυθιστόρημα ήταν χαρτόδετο, αλλά, στ' αλήθεια, είναι ένα μεγάλο βιβλίο.  Αυτός ο άνθρωπος έχει συνηθίσει να τον ακούνε οι άνθρωποι όταν ταξιδεύει.  "Πάντα το κάνω αυτό όταν ταξιδεύω", είπε εμπιστευτικά.  "Το να ταξιδεύει κανείς αυτές τις μέρες, είναι αρκετά δύσκολο".  Και μόλις οι άνθρωποι κάθισαν, άνοιξε το κομμάτι του από την Άννα Καρένινα, και διάβασε.  Όταν οι άνθρωποι κοίταζαν προς το μέρος του, με περιέργεια ή όχι, τους μιλούσε εμπιστευτικά.  "Όχι, είναι στ' αλήθεια ο μόνος τρόπος να ταξιδεύει κανείς".  Ήξερε το μυθιστόρημα, του άρεσε, και αυτός ο πρωτότυπος τρόπος να διαβάζει κανείς προσέθετε μια γεύση πικάντικη γι' αυτό που στην τελική ανάλυση ήταν ένα πολύ γνωστό βιβλίο. 

Όταν έφτανε στο τέλος ενός κομματιού από το βιβλίο, φώναζε την αεροσυνοδό, και έστελνε τα κεφάλαια πίσω στη γραμματέα του, που ταξίδευε στις φθηνότερες θέσεις.  Αυτό προκάλεσε πολύ ενδιαφέρον, καταδίκη, σίγουρα περιέργεια, κάθε φορά που κάποιο κομμάτι από το μεγάλο ρώσικο μυθιστόρημα έφτανε, ακρωτηριασμένο αλλά ευανάγνωστο, στο πίσω μέρος του αεροπλάνου.  Γενικά, αυτός ο έξυπνος τρόπος να διαβάζει κανείς την Άννα Καρένινα εντυπωσιάζει, και πιθανόν κανείς απο κει δε θα το ξεχάσει.

Εντωμεταξύ, στο Ινδικό μαγαζί, η γυναίκα κρατιέται από τον πάγκο, και τα μικρά της παιδιά γραπώνονται από τη φούστα της.  Φοράει τζιν, αφού είναι μοντέρνα γυναίκα, αλλά πάνω απ' αυτό έχει βάλει μια βαριά μάλλινη φούστα, που είναι κομμάτι από το παραδοσιακό φόρεμα της φυλής της: τα παιδιά της μπορούν εύκολα να πιαστούν από τις χοντρές πιέτες της.  

Ρίχνει ένα βλέμμα ευγνωμοσύνης στον Ινδό, που ήξερε ότι του άρεσε κι ότι τη λυπόταν, και βγαίνει έξω, στα σύννεφα που στροβιλίζονται.  

Τα παιδιά έχουν σταματήσει να κλαίνε, και ο λαιμός τους είναι γεμάτος με σκόνη.  

Αυτό ήταν σκληρό, ω ναι, ήταν σκληρό, αυτή η εντατικοποίηση, το ένα πόδι μετά το άλλο, μέσα από τη σκόνη που ήταν μαζεμένη σε μαλακά απατηλά αναχώματα κάτω από τα πόδια της.  Σκληρό αλλά ήταν συνηθισμένη στη σκληρή ζωή, δεν ήταν;  Το μυαλό της ήταν στην ιστορία που διάβαζε.  Σκεφτόταν, Είναι σαν εμένα, εκείνο το κορίτσι από τη Ρωσία.  Και ο άντρας εκεί, την αγαπάει και θα της ζητήσει να τον παντρευτεί.  Δεν είχε τελειώσει παραπάνω από μια παράγραφο.  Ναι, σκέφτεται, ένας άντρας θα έρθει για μένα, και θα με πάρει μακριά απ' όλα αυτά, θα πάρει εμένα και τα παιδιά, ναι, θα με αγαπάει και θα με φροντίζει.  

Προχωράει.  Το δοχείο με το νερό είναι βαρύ στους ώμους της.  Προχωράει. Τα παιδιά ακούνε το νερό να χτυπάει μέσα στο δοχείο.  Στα μισά του δρόμου σταματάει, βάζει κάτω το δοχείο. 

Τα παιδιά της κλαψουρίζουν και το ακουμπούν.  Σκέφτεται ότι δεν μπορεί να το ανοίξει, γιατί η σκόνη θα έμπαινε μέσα.  Δεν υπάρχει περίπτωση να άνοιγε το δοχείο ώσπου να φτάσει σπίτι. 

"Περιμένετε", λέει στα παιδιά, "περιμένετε".  

Πρέπει να συγκεντρωθεί και να συνεχίσει.  

Σκέφτεται, ο δάσκαλός μου, είπε ότι υπάρχει μια βιβλιοθήκη, μεγαλύτερη κι από το supermarket, ένα μεγάλο κτίριο και είναι γεμάτο με βιβλία.  Η νεαρή γυναίκα χαμογελάει καθώς προχωράει, και η σκόνη φυσάει μέσα στο πρόσωπό της.  Είμαι έξυπνη, σκέφτεται.  Ο δάσκαλος είπε ότι είμαι έξυπνη.  Η εξυπνότερη στο σχολείο - είπε ότι είμαι.  Τα παιδιά μου θα είναι έξυπνα, σαν εμένα.  Θα τα πάω στη βιβλιοθήκη, και θα πάνε στο σχολείο, και θα γίνουν δάσκαλοι - ο δάσκαλός μου μου είπε ότι θα μπορούσα να γίνω δασκάλα.  Τα παιδιά μου θα ζήσουν μακριά από δω, και θα κερδίζουν λεφτά.  Θα ζουν κοντά στη μεγάλη βιβλιοθήκη και θα απολαμβάνουν μια καλή ζωή.
 
Μπορεί να ρωτήσετε πώς αυτό το κομμάτι του ρώσικου μυθιστορήματος κατέληξε σε εκείνο τον πάγκο στο Ινδικό μαγαζί;  

Θα έκανε μια όμορφη ιστορία.  Ίσως κάποιος να την αφηγηθεί.  

Συνεχίζει εκείνο το φτωχό κορίτσι, κρατημένη όρθια από τις σκέψεις του να δίνει νερό μόλις φτάσει σπίτι, και να πιει λίγο κι εκείνη.  Προχωράει μέσα από την επίφοβη σκόνη του Αφρικάνικου αέρα. 

Είμαστε ένας βαριεστημένος κλήρος, εμείς στον απειλούμενο κόσμο μας.  Είμαστε καλοί για ειρωνεία ακόμα και για κυνισμό.  Μερικές λέξεις και ιδέες σπάνια τις χρησιμοποιούμε, τόσο τετριμμένες έχουν γίνει.  Αλλά μπορεί να έχουμε  αποκαταστήσει κάποιες λέξεις αλλά έχουμε χάσει τη δύναμή τους.

Έχουμε ένα θησαυροφυλάκιο λογοτεχνίας, πηγαίνοντας πίσω στους Αιγυπτίους, στους Έλληνες, στους Ρωμαίους.  Είναι όλα εκεί, αυτός ο πλούτος της λογοτεχνίας, για να ανακαλυφθεί ξανά και ξανά από οποιονδήποτε είναι αρκετά τυχερός ώστε να τον συναντήσει.  Ένας θησαυρός.  Ας υποθέσουμε ότι δεν υπήρχε.  Πόσο φτωχότεροι, πόσο πιο κενοί θα ήμασταν.  

Κατέχουμε μια παρακαταθήκη γλωσσών, ποιημάτων, ιστοριών, τα οποία δε θα εξαντληθούν ποτέ.  Είναι εκεί για πάντα. 

Έχουμε ένα κληροδότημα ιστοριών, παραμυθιών από τους παλιούς παραμυθάδες, που κάποιων τα ονόματα τα γνωρίζουμε, αλλά άλλων όχι.  Οι παραμυθάδες πάνε όλο και πιο πίσω, σε ένα ξέφωτο στο δάσος όπου μια μεγάλη φωτιά καίει, και οι παλιοί σαμάνοι χορεύουν και τραγουδούν, γιατί η κληρονομιά μας των ιστοριών ξεκίνησε στη φωτιά, στη μαγεία, στον κόσμο των πνευμάτων.  Κι εκεί κρατιέται, σήμερα.  

Ρωτήστε οποιονδήποτε σύγχρονο αφηγητή και θα πουν ότι υπάρχει πάντα μια στιγμή όπου συνδέονται με τη φωτιά, με αυτό που λέμε έμπνευση, και αυτό πάει όλο και πιο πίσω στο ξεκίνημα της φυλής μας, στα μεγάλα ρεύματα που μας διαμόρφωσαν εμάς και τον κόσμο.  

Ο αφηγητής βρίσκεται βαθιά μέσα στον καθένα από μας.  Αυτός που φτιάχνει ιστορίες είναι πάντα μαζί μας.  Ας πούμε ότι ο κόσμος μας καταστρέφεται από ένα πόλεμο, από τη φρίκη που όλοι μας πολύ εύκολα μπορούμε να φανταστούμε.  Ας υποθέσουμε ότι πλημμύρες κατακλύζουν τις πόλεις, οι θάλασσες υψώνονται.  Όμως ο αφηγητής θα είναι εκεί, γιατί η φαντασία μας μας διαμορφώνει, μας κρατάει, μας πλάθει - για καλό και για κακό.  Οι ιστορίες είναι που θα μας ψυχαγωγήσουν, όταν είμαστε τσακισμένοι, πληγωμένοι ακόμα και κατεστραμμένοι.  Είναι ο αφηγητής - ο ονειροπλάστης, ο μυθοπλάστης, που είναι ο Φοίνικάς που αντιπροσωπεύει εμάς στα καλύτερά μας, και στα πιο δημιουργικά μας.

Εκείνο το φτωχό κορίτσι που βάδιζε με κόπο μέσα στη σκόνη, και ονειρευόταν μια μόρφωση για τα παιδιά της, νομίζουμε ότι είμαστε καλύτεροι από εκείνη - εμείς, παραγεμισμένοι με φαγητό, ντουλάπια γεμάτα ρούχα, καταπνιγμένοι από όλα αυτά τα περιττά;  

Νομίζω ότι είναι εκείνο το κορίτσι, και οι γυναίκες που συζητούσαν για βιβλία και για μια εκπαίδευση όταν δεν είχαν φάει για τρεις μέρες, που μπορεί ακόμη να μας καθορίσουν.

NOBEL PRIZES IN LITERATURE - ΒΡΑΒΕΙΑ ΝΟΜΠΕΛ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Jean-Paul Sartre, the only one who declined the Nobel Award in Literature, his words:"A writer must refuse to allow himself to be transformed into an institution"

All Nobel Prizes in Literature - Όλα τα βραβεία Νόμπελ Λογοτεχνίας

2010
Mario Vargas Llosa

2009
Herta Müller

2008
Jean-Marie Gustave Le Clézio

2007
Doris Lessing

2006
Orhan Pamuk

2005
Harold Pinter

2004
Elfriede Jelinek

2003
John M. Coetzee

2002
Imre Kertész

2001
Sir Vidiadhar Surajprasad Naipaul

2000
Gao Xingjian

1999
Günter Grass

1998
José Saramago

1997
Dario Fo

1996
Wislawa Szymborska

1995
Seamus Heaney

1994
Kenzaburo Oe

1993
Toni Morrison

1992
Derek Walcott

1991
Nadine Gordimer

1990
Octavio Paz

1989
Camilo José Cela

1988
Naguib Mahfouz

1987
Joseph Brodsky

1986
Wole Soyinka

1985
Claude Simon

1984
Jaroslav Seifert

1983
William Golding

1982
Gabriel García Márquez

1981
Elias Canetti

1980
Czeslaw Milosz

1979
Odysseus Elytis

1978
Isaac Bashevis Singer

1977
Vicente Aleixandre

1976
Saul Bellow

1975
Eugenio Montale

1974
Eyvind Johnson, Harry Martinson

1973
Patrick White

1972
Heinrich Böll

1971
Pablo Neruda

1970
Aleksandr Isayevich Solzhenitsyn

1969
Samuel Beckett

1968
Yasunari Kawabata

1967
Miguel Angel Asturias

1966
Shmuel Yosef Agnon, Nelly Sachs

1965
Mikhail Aleksandrovich Sholokhov

1964
Jean-Paul Sartre

1963
Giorgos Seferis

1962
John Steinbeck

1961
Ivo Andric

1960
Saint-John Perse

1959
Salvatore Quasimodo

1958
Boris Leonidovich Pasternak

1957
Albert Camus

1956
Juan Ramón Jiménez

1955
Halldór Kiljan Laxness

1954
Ernest Miller Hemingway

1953
Sir Winston Leonard Spencer Churchill

1952
François Mauriac

1951
Pär Fabian Lagerkvist

1950
Earl (Bertrand Arthur William) Russell

1949
William Faulkner

1948
Thomas Stearns Eliot

1947
André Paul Guillaume Gide

1946
Hermann Hesse

1945
Gabriela Mistral

1944
Johannes Vilhelm Jensen

1943
No Nobel Prize was awarded this year. The prize money was with 1/3 allocated to the Main Fund and with 2/3 to the Special Fund of this prize section.

1942
No Nobel Prize was awarded this year. The prize money was with 1/3 allocated to the Main Fund and with 2/3 to the Special Fund of this prize section.

1941
No Nobel Prize was awarded this year. The prize money was with 1/3 allocated to the Main Fund and with 2/3 to the Special Fund of this prize section.

1940
No Nobel Prize was awarded this year. The prize money was with 1/3 allocated to the Main Fund and with 2/3 to the Special Fund of this prize section.

1939
Frans Eemil Sillanpää

1938
Pearl Buck

1937
Roger Martin du Gard

1936
Eugene Gladstone O'Neill

1935
No Nobel Prize was awarded this year. The prize money was with 1/3 allocated to the Main Fund and with 2/3 to the Special Fund of this prize section.

1934
Luigi Pirandello

1933
Ivan Alekseyevich Bunin

1932
John Galsworthy

1931
Erik Axel Karlfeldt

1930
Sinclair Lewis

1929
Thomas Mann

1928
Sigrid Undset

1927
Henri Bergson

1926
Grazia Deledda

1925
George Bernard Shaw

1924
Wladyslaw Stanislaw Reymont

1923
William Butler Yeats

1922
Jacinto Benavente

1921
Anatole France

1920
Knut Pedersen Hamsun

1919
Carl Friedrich Georg Spitteler

1918
No Nobel Prize was awarded this year. The prize money was allocated to the Special Fund of this prize section.

1917
Karl Adolph Gjellerup, Henrik Pontoppidan

1916
Carl Gustaf Verner von Heidenstam

1915
Romain Rolland

1914
No Nobel Prize was awarded this year. The prize money was allocated to the Special Fund of this prize section.

1913
Rabindranath Tagore

1912
Gerhart Johann Robert Hauptmann

1911
Count Maurice (Mooris) Polidore Marie Bernhard Maeterlinck

1910
Paul Johann Ludwig Heyse

1909
Selma Ottilia Lovisa Lagerlöf

1908
Rudolf Christoph Eucken

1907
Rudyard Kipling

1906
Giosuè Carducci

1905
Henryk Sienkiewicz

1904
Frédéric Mistral, José Echegaray y Eizaguirre

1903
Bjørnstjerne Martinus Bjørnson

1902
Christian Matthias Theodor Mommsen
1901
Sully Prudhomme